Κυριακή, 31 Ιουλίου 2016

«Η θρησκεία είναι ο στεναγμός του καταπιεσμένου πλάσματος, η καρδιά ενός άκαρδου κόσμου, η ψυχή άψυχων συνθηκών. Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού.»




Κανείς λαός δεν πρόκειται να μας ακολουθήσει, αν δεν δείξουμε ενσυναίσθηση απέναντί του!


Φεμινισμό θέλετε, ρε μουνιά; Ορίστε φεμινισμός! Για έναν τέτοιο φεμινισμό θα πέφταμε και στη φωτιά!




Αυτά τα βλαμμένα τού K-lab.zone, ώρες-ώρες, δημοσιεύουν κείμενα που, όσο κι αν δεν το καταλαβαίνουν (σιγά τα ωά: εδώ δεν καταλαβαίνουν Χριστό!), αποδομούν τις ίδιες τις ιδεολογικοφιλοσοφικές προκείμενες της γκρούπας τους.
Εδώ ο λόγος περί φεμινισμού. Όπου, οι μάγκες εκεί θέλουν να υπερηφανεύονται ότι συμπεριλαμβάνουν στην ομάδα τους και εκπροσώπους τού «ακραίου φεμινισμού». Και τι θα πει «ακραίος φεμινισμός»; «Ακραίος φεμινισμός» θα πει αυτός που αρνείται τόσο το μουνί όσο και τον πούτσο και διακηρύσσει ότι «ουκ ένι ανήρ ουδέ γυνή» –οι κατηγορίες αυτές είναι κοινωνικές κατασκευές...
Χα! Η Jenny Diski, φεμινίστρια αλλά cis γυναίκα [σ.σ.: cis άτομο: αυτό που ταυτίζεται με το (βιολογικό) φύλο τής γέννησής του], δεν μασάει από τέτοιες παπαριές. Γι’ αυτό και με το επισυναπτόμενο άρθρο της διεκδικεί τη χρήση τής λέξης «μουνί» για λογαριασμό τού φύλου της και, σε τελική ανάλυση, λέει σε κάθε φαλλοκράτη: «Σου γαμώ ό,τι έχεις και δεν έχεις! Κάτω τα χέρια από το μουνί μου!». (Άλλο θέμα αν η «ξαθνειά ακραία φεμινίστρια» Αλίκη Κοσυφολόγου ούτε καν υποψιάζεται –όπως φαίνεται από αυτά που γράφει στον πρόλογό της– τι φωτιές ανάβει στο μουνάκι της η πρόσφατα φευγάτη από αυτή τη ζωή μουνάρα Jenny Diski.)
ЖΟЖΟЖΟЖΟЖ

της Jenny Diski
(μετάφραση Δημήτρης Πούλιος – επιμέλεια Αλίκη Κοσυφολόγου)

Τί έχουν οι συγγραφείς πέρα από τις λέξεις; Και τι έχουν οι άνθρωποι πέρα από τα ίδια τους τα σώματα για να κατοικήσουν;
Τι γίνεται τότε όταν είσαι συγγραφέας και το είδος του ανθρώπου που έχει ένα μέρος του σώματος που το όνομά του δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί; Σε κάθε περίπτωση, αυτή η λέξη δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε αυτό το περιοδικό, ούτε μπορεί να αντιπροσωπευθεί από μερικές λέξεις με αστερίσκους ανάμεσα (πολύ επικίνδυνα αυτά τα αστέρια), ούτε μπορεί να αναφερθεί με το αρχικό της γράμμα και «-word». Είναι τόσο επικίνδυνη, τόσο προσβλητική. Έτσι για  μια συγγραφέα και μια γυναίκα, τί μπορεί να είναι πιο δελεαστικό από το να γράψει και να προφέρει αυτό το απόκρυφο μέρος του σώματός της, που δεν επιτρέπεται να ονοματίσουν πέρα από τα Λατινικά ή σαν ευφημισμό;
Μια ανείπωτη λέξη είναι η λέξη που πρέπει να ειπωθεί αν είναι να τιμήσουμε μια γλώσσα. Είναι μια λέξη που ανήκει κοινώς στην ανατομία μου αν το επιλέξω, αλλά έχει τόσο πολύ οικειοποιηθεί από τον μισογυνισμό και την σεμνοτυφία που πρέπει να νιώθω τρομοκρατημένη ή άβολα όταν χρησιμοποιείται, όπως ακριβώς ο μισογυνισμός και η σεμνοτυφία θα απαιτούσε από μένα να είμαι.
Στην πραγματικότητα, η λέξη λέγεται κάπως περισσότερο στο Ηνωμένο Βασίλειο από ό,τι στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε φιλικές κουβέντες μεταξύ των ανδρών, μεταξύ (κάποιων) γυναικών, μεταξύ (κάποιων) ανδρών και γυναικών, όπως επίσης επιθετικά και με εσκεμμένα κακοήθη τρόπο. Αυτή είναι η πραγματικότητα με τις περισσότερες αισχρολογίες: ρέπουν ανάμεσα στην οικειότητα και στην προσβλητικότητα. Είναι όλα στον τόνο και την περίσταση. Αυτό είναι που είναι συναρπαστικό με την γλώσσα –ποτέ δε μπορείς να είσαι σίγουρος για αυτήν […]. Ίσως η Βρετανική παράδοση της “ανηθικότητας” έχει κάτι να κάνει με την αμφιλεγόμενη χρήση της λέξης στο Ηνωμένο Βασίλειο. Λέξεις όπως quiant και cunny χρησιμοποιόντουσαν από τον Chaucer και τον Shakespeare για να πάρουν ένα πονηρό γέλιο από το κοινό τους. Ανάμεσα στον 13ο και τον 17ο αιώνα, πολλές πόλεις είχαν μια  Grope[η λέξη που δεν μπορώ να χρησιμοποιήσω] Lane ή Alley,* και στο Παρίσι υπήρχαν δρόμοι με την ονομασία Grattecon (που μεταφράζει κάπως σαν “Τρίψε [η λέξη που δεν μπορώ να χρησιμοποιήσω]). Στην Αγγλία οι δρόμοι έπαιρναν το όνομα από τα επαγγέλματα που χωροθετούνταν εκεί: Threadneedle Street (Ράφτες), Pudding Lane (Ζαχαροπλάστες), Silver Street (Αργυροχόοι), Bread Street (Αρτοποιοί), και Grope[η λέξη που δεν μπορώ να χρησιμοποιήσω] Lane (Ιερόδουλες). Τα ονόματα όλων των προηγούμενων δρόμων παραμένουν (όπως και η Cock Street ίσως λόγω της εγγύτητας της με την κρεαταγορά Smithfield του Λονδίνου), αλλά η τελευταία ονομάστηκε σε Grove Street στο Λονδίνο και Grape Lane στο Γιορκ όταν οι καιροί και οι ευαισθησίες έγιναν πιο αγνές, και τα πράγματα και τα ονόματα των πραγμάτων έγιναν γενικά πιο επικίνδυνα και ντροπιαστικά, ενώ οι δραστηριότητες και η αποδοχή του ανθρώπινου σώματος συνέχισε σαν μια πιο κρυφή μόδα.
Το 1811, η λέξη (γραμμένη ως δύο γράμματα με αστερίσκο ανάμεσα) αναφερόταν στο Κλασικό Λεξικό της Χυδαίας Γλώσσας (Classical Dictionary of the Vulgar Tongue) του Francis Grose ως «ο chonnos των Ελληνικών, και ο cunnus των Λατινικών, μια αηδιαστική λέξη για ένα αηδιαστικό πράγμα.»: Σημαίνον και σημαινόμενο. Και έτσι, όλο το θέμα είχε διευκρινιστεί.
Ουσιαστικά τίποτα δεν άλλαξε από τότε.  Οι άντρες χρησιμοποιούσαν τη λέξη για να κακοποιήσουν και να εξευτελίσουν γυναίκες, και οι γυναίκες ακόμα φαίνεται ότι το δέχονται με αυτό τον τρόπο. Το 1928, ο  Λόρενς έκανε μια ισχυρή προσπάθεια στον «Εραστή της Λαίδη Τσάτερλυ» να βγάλει το “αηδιαστικό” από το πράγμα […] Ο Τζέημς Τζόις, λίγο νωρίτερα στον “Οδυσσέα”, αναφέρεται λιγότερο εκστατικά στην Νεκρά Θάλασσα ως “το γκρίζο βυθισμένο [η λέξη που δεν μπορώ να χρησιμοποιήσω] του κόσμου”. Αργότερα, το 1953, ο Σάμουελ Μπέκετ, στο  «Ο Μαλόουν πεθαίνει» γράφει με ένα βαθμό μεταφορικής ακρίβειας: «Μου έχει δοθεί, αν μπορώ να τολμήσω την έκφραση, μια γέννηση μέσα στο θάνατο, αυτή είναι η εντύπωσή μου. Τα πόδια είναι καθαρά ήδη, από το μεγάλο [η λέξη που δε μπορώ να χρησιμοποιήσω] της ύπαρξης». Ή όπως το έβαλε ο Νίτσε, «Δεν υπάρχουν καθόλου ηθικά φαινόμενα παρά μόνο η ηθική ερμηνεία των φαινομένων».
Στα νιάτα μου βρήκα τον εαυτό μου ανάμεσα σε μια γενιά συγγραφέων, ποιητών και δραματουργών που δεν άντεχαν πλέον με την πολύ ευγένεια και ανυπόμονα είχαν βουτήξει τα πόδια τους στη δεκαετία του 1950 και στις αρχές του 1960, περιμένοντας τα 1960 να αρχίσουν κανονικά. Δεν ήταν ότι κάποτε ήξεραν καλύτερες λέξεις και τώρα χρησιμοποιούσαν μόνο λέξεις με τέσσερα γράμματα, όπως το έβαλε κάποτε ο Κόουλ Πόρτερ. Όλοι τους είχαν πολύ καλό λεξιλόγιο, ίσως πολύ καλύτερο για τα βιβλία και τις κριτικές που έγραφαν, αλλά η γλώσσα τους ήταν πιπεράτη με τη χρήση κάποιων Αγγλο-Σαξονικών βλασφημιών που αναφερόταν στη σεξουαλική πράξη και στα απόκρυφα μέρη, ακόμη εξέφραζαν δυναμικά και παράδοξα μια αδιευκρίνιστη οργή. Αυτές οι λέξεις έφτασαν σαν μικρές εκρήξεις μέσα σε ορθολογικούς διαλόγους […] και ήταν υπερβολικά ευχάριστα να τις μιλάς και να τις ακούς […] Χρησιμοποιούσαμε τις λέξεις επίσης και στο πλαίσιο του σεξ, σαν σημάδια οικειότητας και ελευθερίας ανάμεσα στους εραστές. Από τη μια μεριά, η χειροβομβίδα της λέξης με τα τέσσερα γράμματα [συμπεριλαμβανομένης αυτής που δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί εδώ] και από την άλλη το παραλυτικό του ψευδούς παραλογισμού  του καθημερινού και του στοργικού. Ξανά, επανέρχεται το παιχνίδισμα της γλώσσας και πως το χρησιμοποιείς. Όπως η παλιά απάντηση στο ερώτημα «Είναι βρώμικο το σεξ;»: «Μόνο αν το κάνεις σωστά».
Στα τέλη της δεκαετίας του 1960, γυναίκειες ομάδες άρχισαν να παίρνουν έλεγχο της γνώσης των σωμάτων τους. Έγινε με κάτοπτρα και καθρέφτες για να έχουν εικόνα αυτού που προηγουμένως μόνο οι γιατροί και οι άντρες μπορούσαν να χαζεύουν ελεύθερα. Ομάδες γυναικών βάλανε αφίσες με αιδοία στους τοίχους και τάραξαν άνδρες και αγόρια που βλέπανε περίπου το ίδιο πράγμα σε πορνοπεριοδικά. Γνωρίζουμε τον εαυτό μας, παίρνουμε πίσω τα σώματά μας, το λέγαμε: «Τα Σώματά μας, Εμείς», από το Boston’s Women Health Book Collective, ανατυπωνόταν συνεχώς, λέγοντας και δείχνοντας στις γυναίκες σε όλο τον κόσμο αυτό που δεν ξέρανε οι ίδιες πριν, επειδή ήταν μια τεχνική και ανδρική γνώση. Κοιτούσαμε με έκπληξη. Είναι αυτός ο τράχηλος της μήτρας ακριβώς πάνω από το …; Όλα καλά και ωραία, αλλά πως θα το ονομάσουμε; Κάποιες από εμάς χρησιμοποίησαν, ή άρχισαν να χρησιμοποιούν, το σύντομο, κοινό όνομα, αλλά άλλες επέλεξαν να μη μοιράζονται τον κόσμο των λέξεων με τους άντρες. Ακόμη και τώρα, για κάποιους ανθρώπους, η πολιτισμική δύναμη της λέξης είναι τόσο ισχυρή, –ακόμη κι αν και καταλαβαίνουν ότι είναι μια παράλογη αντίδραση–, και θεωρείται τόσο «βρώμικη» –«Να πλύνεις το βρώμικο στόμα σου με σαπούνι»– που δεν μπορούν οι ίδιοι να αρθρώσουν τη λέξη στο στόμα τους και την απελευθερώσουν στον κόσμο.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 παραβρέθηκα σε ένα σεμινάριο για γυναίκες στο University College London, με τίτλο Vaginal Iconography. Περίπου τριάντα γυναίκες καθόντουσαν σε ένα δωμάτιο και βλέπανε ή άκουγαν έργα τέχνης που βασιζόντουσαν, ή λέγανε ότι βασιζόντουσαν, στον γυναικείο κόλπο. Υπήρξε αρκετή συζήτηση αν ήταν πράγματι μια εικονογραφία του κόλπου ή του αιδοίου (vaginal-vulval), και μια σύγχυση ακόμη και ανάμεσα σε ακαδημαϊκούς για το πιο όνομα αντιπροσωπεύει πιο μέρος του γυναικείας σουίτας (suite) σεξουαλικών οργάνων. Τελικά, ρώτησα γιατί κανείς δεν χρησιμοποίησε τη λέξη που δε μπορώ να χρησιμοποιήσω εδώ, και το δωμάτιο σιώπησε, εκτός από κάποιες υπόκωφες ανάσες αποδοκιμασίας. Τελικά μια γυναίκα με έβγαλε από τη μιζέρια μου. «Γιατί η λέξη είναι οικειοποιημένη από τους άντρες».
Δε μπορούμε τότε εμείς να την οικειοποιηθούμε εκ νέου, να την πάρουμε πίσω, να την κάνουμε δική μας, αυτό που είναι μια ακριβής και περιγραφική λέξη […]; Η εκ νέου οικειοποίηση λειτούργησε μια χαρά όταν οι Μαύροι της Αμερικής (African-Americans) πήραν πίσω την αχαρακτήριστη λέξη και την φώναζαν ο ένας στον άλλο στο δρόμο […] Το ίδιο ισχύει και για την Gay κοινότητα όταν μέλη της πήραν πίσω τους όρους με τους οποίους  κακοποιούνταν, έτσι και τώρα τα πανεπιστήμια προσφέρουν μαθήματα σε Queer Studies.
Άλλα πίσω στη δεκαετία του 1980 σε ένα δωμάτιο ενός σεμιναρίου, η απάντηση στην ερώτησή μου δεν ήταν καν όχι. Δεν υπήρχε καν μια απάντηση, απλά σιωπηλή λογοκρισία. Μου φαίνεται ότι με το να προσβάλλεσαι και να αρνείσαι να οικειοποιηθείς την λέξη που ακόμη δε μπορώ να χρησιμοποιήσω εδώ –αλλά μπορείς να την ακούσεις οπουδήποτε σε έναν δρόμο δίπλα σου– και να την κάνεις με αυτό τον τρόπο δικιά σου, παραμένουμε το ίδιο θύματα όπως όταν νιώθουμε άσχημα ή δεν γελάμε μπροστά στο πρόσωπο του υποτιθέμενου εκβιαστή μας. Την απαιτώ πίσω λοιπόν: τη λέξη για το ιδιωτικό μου μέρος.  Σας ευχαριστώ πολύ.

*Gropecunt Lane - Alley, δρόμοι όπου χαρακτηρίζονταν από τις πιάτσες εκδιδόμενων γυναικών στις πόλεις το Μεσαίωνα.


Σάββατο, 30 Ιουλίου 2016

Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2016

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2016

Ρε σεις! Ξέρετε ποιο είναι αυτό το καλικαντζαράκι; Ο Ανδρέας ο Λοβέρδος! Ο «δεν πεθαίνουνε κιόλας»***! Σας πληροφορούμε ότι είναι αναγνώστης τού ιστολογίου μας και, το τιμητικότερο, μας θεωρεί «αριστερές κάμπιες»! Έτσι, για να σκάσετε! ;-)


***

Όσο κι αν σας φαίνεται περίεργο  η παρούσα ανάρτηση είναι το follow up αυτής, με την οποία προειδοποιούσαμε το αναγνωστικό κοινό μας για τον κλεφτοκοτά τον Ροΐδη. Αλλιώς είχε σχεδιαστεί, αλλιώς γράφτηκε, αλλά, στην επί του πιεστηρίου φάση, προχθές το βράδυ, την ώρα που ετοιμαζόμουν να τη βάλω στην οθόνη, έκανα μία ανακάλυψη που με υποχρέωσε, αντί γι’ αυτό, να τη βάλω στο συρτάρι με τα αζήτητα και να αρχίσω να την ξαναγράφω υπό το φως πλέον τής ανακάλυψής μου. Δεδομένης της θερινής ραστώνης, αλλά και της απόφασής μου να μη φάω το βράδυ τής Παρασκευής ή του Σαββάτου μπροστά στο laptop για χάρη τού Ροΐδη και του Λοβέρδου, το rewriting τελείωσε μόλις σήμερα. Να πώς πηγαίνει η ιστορία:
Παρακινημένος από την ανάρτηση με την οποία εφιστούσαμε την προσοχή σε συντρόφισσες και συντρόφους να μην κοιτάνε το δάχτυλό μας αντί για το φεγγάρι που τους δείχναμε στο post το σχετικό με τις ηγετικές αρετές τού Ερντογάν σε αντίστιξη με το ηγετικό έλλειμμα από το οποίο πάσχει το στρατόπεδό μας, κάποιος αναγνώστης τών Ροϊδολασκαράτων τούς απέστειλε το παρακάτω σχόλιο:
Ο λέφτης σας αποκαλεί αντικομμουνιστές ε δ ώ
Για να του απαντήσει ο καλός μας ο Ροΐδης σε χρόνο ντε τε, μετά από έξι μόλις λεπτά:
Ο/Η Po λέει:
φίλε «Αριστερές κάμπιες ο Λέφτης»…
1ον: δεν μας αρέσουν οι καταδότες, και
2ον: πιστεύουμε στην ελεύθερη διακίνηση των ιδεών, ο συγκεκριμένος έχει τις απόψεις του, κι εμείς τις δικές μας. Ε, και;
Δεν μισούμε κανέναν.
Όλοι παιδιά της ίδιας κοινωνίας είμαστε.
Τελεία.
(μην ξανάρθεις να καρφώσεις κάποιον, θα σε κόψω!)
Ο παραπάνω διάλογος μου προκάλεσε τις ακόλουθες (κατά χρονική σειρά συντέλεσής τους) αυθόρμητες και καγχαστικές ταυτόχρονα σκέψεις, που έπαιξαν κι αυτές το ρόλο τους για να μην κάνω νωρίτερα την ανακάλυψη για την οποία σάς έκανα ήδη λόγο:
1. Ο σχολιαστής  Αριστερές κάμπιες ο Λέφτης, προφανώς, δεν θεωρεί τους Ροϊδολασκαράτους αντικομμουνιστές. Παραμένει αδιευκρίνιστο αν, αντίθετα, τους θεωρεί κομμουνιστές ή απλώς φιλοκομμουνιστές, συνοδοιπόρους που λέγανε παλιά, ή, έστω, ουδέτερους ή αναποφάσιστους ή, ακόμα-ακόμα, τους κατατάσσει στην κατηγορία «δεν γνωρίζω – δεν απαντώ».
2. Από την άλλη, ο Ροΐδης, ο οποίος, όπως εξάγεται από τα συμφραζόμενα του σχολίου του θεωρεί τον αντικομμουνισμό κάτι κακό με το οποίο ασφαλώς και δεν πιστεύει ότι έχει κάποια σχέση αυτός ή το alter ego του, κατακεραυνώνει τον Αριστερές κάμπιες ο Λέφτης ως «καταδότη», διακηρύσσει την πίστη του στην ελεύθερη διακίνηση ιδεών, διατρανώνοντας παράλληλα τα ανεκτικά συναισθήματα από τα οποία διακατέχεται αυτός και ο Λασκαράτος και κλείνει το σχόλιό του με την ξεκάθαρη προειδοποίηση απαγόρευσης περαιτέρω σχολιασμού, σε περίπτωση που ο συγκεκριμένος σχολιαστής επανέλθει ακολουθώντας την ίδια πρακτική.
Παρατηρήσεις: Καλά, για το κατά πόσο οι Ροϊδολασκαράτοι είναι αντικομμουνιστές ή όχι, δεν σκοπεύω να χαλάσω ούτε πέντε λεπτά από τη ζωή μου. Όποιος έχει ξεκάθαρες μερικές πολύ βασικές πολιτικές έννοιες στο μυαλό του (αλλά και μη πολιτικές: τι είναι το σώβρακο; τι είναι η γραβάτα;), παρακολουθεί στοιχειωδώς το ιστολόγιό τους και είναι σε θέση να διαβάζει δεν θα δυσκολευτεί καθόλου να τους κατατάξει στη «μεγάλη τών αντικομμουνιστών σχολή». Θα φάω όμως λίγη ώρα για να σχολιάσω μερικούς από τους ισχυρισμούς τού απίθανου Ροΐδη.
α) Γιατί «καταδότης» και «καρφί» ο καημένος ο Αριστερές κάμπιες ο Λέφτης; Κουτσομπόλης, το καταλαβαίνω. Άντε και υποκινητής διαδικτυακών καβγάδων για να κάνει χάζι. Αλλά «καταδότης» και «καρφί»; Δεν υπέκλεψε κάποιο απόρρητο κείμενο, δεν χάκαρε κάποιο λογαριασμό email. Γνωστοποίησε απλώς ένα δημόσιο γραπτό, αυτή ήταν η ‘‘αμαρτία’’ του. Βέβαια, απλώς έκρουε ανοικτές θύρες. Γιατί οι Ροϊδολασκαράτοι ασφαλώς και ήταν ενήμεροι. Φρόντισα, όπως φροντίζω πάντα, να βάλω τα σχετικά links, έτσι ώστε να ξέρουν από ποιους και για ποιο λόγο γίνονται πρωτοσέλιδο και, αν θέλουν, να απαντήσουν με οποιονδήποτε τρόπο (ακόμα και ερχόμενοι εδώ, ουδείς τούς έχει απαγορεύσει το σχολιασμό). Να σημειωθεί δε εδώ ότι, παρά τις γονυκλισίες τους προς την Ηθική, συχνά-πυκνά δεν τηρούν αυτό το fair play και προτιμούν να αποκρύπτουν ύπουλα («πούστικα» στη λαϊκή καθομιλουμένη) τις κριτικές τους προς αυτό το ιστολόγιο.
β) Αλλά, άντε και είναι «καταδότης» ο φουκαράς ο Αριστερές κάμπιες ο Λέφτης, ας αγνοήσουμε προς στιγμή όλα τα πραγματολογικά δεδομένα που αποκλείουν αυτό το ενδεχόμενο.  Εν τοιαύτη περιπτώσει, ο κυριούλης που έγραψε τα παρακάτω λόγια στο ιστολόγιό του τι είναι;
κ. Λασκαράτο, ο εθνικιστής (LOL) Λέφτης… κατακεραυνώνει (δίχως κ α μ ί α επιχειρηματολογία) το κείμενό σας, ξεκινώντας το με «Πριν βιαστεί κάποιος από το αναγνωστικό κοινό που είναι ταυτόχρονα και φίλος τών Ροϊδολασκαράτων…» –λες και διαθέτει αναγνωστικό κοινό! :-)
γ) «Έξεστι φιλελευθέροις υποκρίνεσθαι/ψεύδεσθαι»; Ασφαλώς! Αλλά όχι μόνο. Μπορούμε με άνεση να προσθέσουμε κι ένα τρίτο απαρέμφατο: «αποκρύπτειν». Γιατί, και πάλι η Ηθική, για την οποία κόπτεται καθημερινά ο κύριος Ροΐδης κι έχει πάει ο αιματοκρίτης του 19 απ’ την αιμορραγία κι ο δύστυχος ο Λασκαράτος τρέχει κάθε τόσο να του βάζει αιμοστατικούς επιδέσμους για να τη σταματήσει, η Ηθική, λοιπόν, τον υποχρέωνε να ενημερώσει τον Αριστερές κάμπιες ο Λέφτης πως «ο Λέφτης», αν και «εθνομπολσεβίκος» και «σταλινικός», δεν μίλησε «στη ζούλα» και δεν έκανε την κριτική του «ύπουλα» και «πούστικα», όπως συνηθίζουν οι «ευγενείς φιλελεύθεροι» σαν τα μούτρα τους. Αλλά πού! Βλέπετε, και οι Ροϊδολασκαράτοι δημοσιεύουν μόνο ό,τι συμφέρει το λαό, αντίθετα με το μύθο που λέει ότι κάτι τέτοια τα συνηθίζει μόνο ο Ριζοσπάστης...
Η ανακάλυψη: Όπως έχω προείπει στην εισαγωγή μου, η ανακάλυψη ήρθε στο παρά πέντε, όταν ετοιμαζόμουν να ποστάρω την πρώτη εκδοχή αυτής τής ανάρτησης. Και ήρθε κατά τη διαδικασία τού copy & paste, όταν συμπωματικά το βελάκι τού ποντικιού μου στάθηκε στο ψευδώνυμο Αριστερές κάμπιες ο Λέφτης. Το παραθυράκι που άνοιξε έγραφε http://loverdos.gr/ Ctrl+Click to follow link. Κλικάρισα από μηχανική περιέργεια, χωρίς να πάει το μυαλό μου πουθενά (εξ άλλου, ούτε καν το μυαλό ενός θυρωρού πολυκατοικίας δεν πάει πουθενά συγκεκριμένα όταν δει κάπου loverdos…). Και μου βγήκε αυτό. Κι ύστερα πάτησα το παράθυρο του fb. Και μου βγήκε ...αυτό! (Ακολουθώντας την ίδια διαδικασία, θα φτάσετε στα ίδια αποτελέσματα.)
Oλαλά! Ώστε ο Αριστερές κάμπιες ο Λέφτης είναι ο τέως υπουργός Ανδρέας Λοβέρδος; Αυτός είναι εκείνος που διαβάζει βουλωμένο γράμμα και κατόρθωσε να καταλάβει ότι οι Ροϊδολασκαράτοι ...δεν είναι αντικομμουνιστές; Σχεδόν δάκρυσα από τη συγκίνηση (ή από τα γέλια, θα σας γελάσω...). Ώστε μας διαβάζουν ακόμα και εκπρόσωποι του πολτικού (άστο όπως είναι διορθωτή!) κόσμου! Ε ρε μεγαλεία! Που αποκτούν ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις αν σκεφτεί κανείς ότι σε ώρα συνεδρίασης της Βουλής τών Ελλήνων για το κρισιμότατο (my ass!) ζήτημα του εκλογικού νόμου, ένας Πατήρ τού Έθνους παρέβλεπε τα καθήκοντά του, προκειμένου να διαβάζει το blog μας και μετά να ποστάρει σχόλια στους Ροϊδολασκαράτους με θέμα πάλι τις αφεντομουτσουνάρες μας! Και, τέλος, η αποθέωση του θριάμβου μας:
Να μας αποκαλεί «αριστερές κάμπιες» ένας Λοβέρδος! Όπου, αντίστροφα από τη γνωστή ατάκα τού «και εις την Λαοκρατίαν πιστεύομεν!» Γεωργίου Παπανδρέου, έχει τεράστια σημασία το ποιος είναι αυτός που μας αποκαλεί έτσι!

Εικόνα: Το avatar τού Ανδρέα Λοβέρδου aka  «Αριστερές κάμπιες ο Λέφτης», σύμφωνα με την αυτοματοποιημένη και random επιλογή τού WordPress. Όσοι και όσες κλικάρετε πάνω στο σύνδεσμο της ημερομηνίας τού σχολίου του μπορείτε να το δείτε ‘‘ζωντανό’’ στο τσαρδί τών Ροϊδολασκαράτων.