Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2016

Δάκρυα για την Καλύβα… Το καλύτερο διαδικτυακό καφενείο τού ακραίου κέντρου κατέβασε ρολά!



 
Εδώ και μια βδομάδα το blog Η καλύβα ψηλά στο βουνό έκλεισε οριστικά, σύμφωνα τουλάχιστον με την ταμπελίτσα που ο ιδιοκτήτης του κρέμασε στα τζάμια τού μαγαζιού.

Ισχυρίζομαι, και το ισχυρίζομαι απολύτως σοβαρά, ότι το κλείσιμο της Καλύβας, μετά από ευδόκιμη υπηρεσία δέκα περίπου ετών, συνιστά μεγάλη απώλεια για την Αριστερά! Για τον απλούστατο λόγο ότι αποτελούσε πολύτιμη πηγή πληροφοριών για τον τρόπο σκέψης τών ανθρώπων που, άσχετα με το τι δηλώνουν, εντάσσονται στο τερατώδες ακραίο κέντρο. Αυτό ήταν, κατά συντριπτική πλειοψηφία, το μεγάλο σχολιαστικό κοινό τής Καλύβας ψηλά στο βουνό (πολυπληθέστερο από όσο συγκέντρωνε οποιοδήποτε άλλο παρόμοιο στέκι, εξ ου και η διάκριση «το καλύτερο» που του αποδώσαμε): θιασώτες τού ακραίου κέντρου. Δηλαδή από φιλελεύθεροι και εν γένει «προοδευτικοί» (ακόμα και αριστερόμορφοι!) αντικομμουνιστές και ...δεξιότερα! Πόσο δεξιότερα; Μέχρι όσο δείχνει το συμπέρασμα το οποίο εγώ τουλάχιστον έχω βγάλει (μετά λόγου γνώσεως): στην περίπτωση που είχαμε μία επανάληψη των ιστορικών γεγονότων τής ελληνικής δεκαετίας τού ’40, μερικοί από τους θαμώνες τού συγκεκριμένου καφενείου θα έτρεχαν από τους πρώτους να καταταγούν στα Τάγματα Ασφαλείας και, αργότερα, να δηλώσουν εθελοντές στον Εθνικό Στρατό, προκειμένου να εξοντώσουν «το φίδι τού κουμμουνιστοσυμμορισμού»!

Αιωνία της η μνήμη! Ας ευχηθούμε να αντικατασταθεί σύντομα από κάποιο άλλο αντίστοιχο blog που θα αποκαταστήσει τις γραμμές πληροφόρησής μας!
 
 

Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2016

Ρε τι τραβάνε κι αυτοί οι chic φιλελεύθεροι!




Δεν ξέρω επί πόσα χρόνια για μία ορισμένη μερίδα τής Αριστεράς (άλλοι τη λένε «ανανεωτική», άλλοι «πολιτισμική», άλλοι «δικαιωματιστική», άλλοι, απλούστερα, για να συνεννοούμαστε, «αντισταλινική» –take your pick) ο Νικόλας Σεβαστάκης εθεωρείτο υπεράνω πάσης αμφιβολίας άνθρωπος της Αριστεράς. Δεδομένης της τυφλότητας που χαρακτηρίζει αυτή την Αριστερά και του πόσο πολύ «δεν έχει την παραμικρή γαμημένη ιδέα σε τι κόσμο ζει»[1] υποθέτω για κάμποσα.

Κολοκύθια μετά ριγάνεως! Δεν ξέρω τις ιδεολογικές του διαδρομές από την εποχή που ήταν νέος, αλλά τώρα, φιλελεύθερος είναι ο άνθρωπος (έστω: φιλελεύθερος της «αριστερής» πτέρυγας, δηλαδή «προοδευτικός εν γένει»). Όποιος δεν παρακολουθεί την αρθρογραφία του[2] και επειδή τον έχει τοποθετήσει στο μυαλό του ως αριστερό αμφιβάλλει, ας διαβάσει αυτό. Με προσοχή όμως –κι αφού αφαιρέσει τα πλουμιστά λεκτικά πέπλα και αποκωδικοποιήσει τα περίπλοκα φραστικά σχήματα.

Τώρα, με την περίπτωση του θεατρικού έργου Η ισορροπία τού Nash, όπου όλη η φιλελευθεράντζα (λέγε με και ακραίο κέντρο) ούτε λίγο ούτε πολύ το μόνο που δεν ζήτησε ήταν «να καεί να καεί το μπουρδέλο η Πειραματική Σκηνή» μαζί με όλους τους συντελεστές τής παράστασης, ζορίστηκε. Διότι, βέβαια, από τη μια δεν μπορεί να ξεφτιλιστεί προσυπογράφοντας την εις θάνατον καταδίκη τού έργου, αλλά και από την άλλη δεν του έρχεται να αποκηρύξει τους εν φιλελευθερισμώ αδελφούς. Έτσι, βάζει όλη τη συγγραφική τέχνη του για να ισορροπήσει στην …τρίχα τής γάτας μου! Δύσκολο εγχείρημα, ό,τι και να πεις, ακόμα και για έναν μάστορα των λεπτών εννοιών όπως αυτός. Όπως θα δείτε, μπορεί να αποφεύγει την ξεφτίλα, όχι όμως και τη γελοιοποίηση. Ένα μόνο παράδειγμα:

Ο Νικόλας Σεβαστάκης ξεκινάει το άρθρο του (στο μηνιαίο προπύργιο του αριστερόμορφου πλην μαύρου αντικομμουνισμού The ΒooksJournal, παρακαλώ!) με τα ακόλουθα ρητορικά ερωτήματα:

Μπορεί το κείμενο ενός Ξηρού να γίνει βάση μιας θεατρικής παράστασης του Εθνικού θεάτρου της χώρας; Μπορούν τα λόγια ενός καταδικασθέντος ισοβίτη να ακουστούν σε μια κρατική σκηνή, έστω στο πειραματικό της σκέλος;

Για δώσει την εξής απάντηση:

Πιστεύω ότι σε μια φιλελεύθερη συνταγματική δημοκρατία ένα ερώτημα, όπως της εισαγωγής πιο πάνω, δεν μπορεί να διατυπώνεται κατ’ αυτόν τον τρόπο.

Ναι, καλά διαβάσατε! Δεν μπορεί, λέει, ένα ερώτημα όπως αυτό να διατυπώνεται «κατ’ αυτόν τον τρόπο»! Όχι «δεν μπορεί καν να διατυπώνεται ένα τέτοιο ερώτημα», όπως δεν δίστασε να δεχθεί ακόμα κι ένας εκπρόσωπος της άκρας δεξιάς πτέρυγας του φιλελευθερισμού. Αλλά «δεν μπορεί να διατυπώνεται κατ’ αυτόν τον τρόπο»!!! Είδατε ντρίμπλα, ο κύριος καθηγητής; Ούτε ο Μέσι δεν θα την αποτολμούσε! Πώς να μην ξαπλώσει φαρδιά-πλατιά στο χορτάρι με τα ποδαράκια του να κοιτούν τον ουρανό και πώς να μην πέσουν και τα τσιμέντα από τα γέλια;

Πριν σας αφήσουμε να απολαύσετε το πόνημά του, κάτι ακόμα:

Δεν είναι μόνο που συλλαμβάνεται γελοιοποιούμενος. Είναι που συλλαμβάνεται και με το κατσίκι στον ώμο, σαν τους κοινούς κατσικοκλέφτες! Διότι γράφει σε ένα σημείο, αναφερόμενος στο τμήμα τής Αριστεράς που (με τα δικά του λόγια) «συνδέθηκε –όχι πάντα αρμονικά– με τους πλατύτερους σε απήχηση λαϊκιστικούς ριζοσπαστισμούς της Αγανάκτησης»:

Έφτιαξαν δε ένα απλουστευτικό πλαίσιο υποδοχής όπου μια ορισμένη τρομοκρατία γίνεται απλώς μια (ενδεχομένως λάθος) «επιλογή του κινήματος».

Μπορεί να μας υποδείξει ο κύριος καθηγητής ποιοι από το τμήμα τής Αριστεράς που «συνδέθηκε –όχι πάντα αρμονικά– με τους πλατύτερους σε απήχηση λαϊκιστικούς ριζοσπαστισμούς της Αγανάκτησης» έχουν αφήσει έστω και μία χαραμάδα στην πιθανότητα η τρομοκρατία τύπου 17 Νοέμβρη να αποτελεί σωστή επιλογή;

I rest my case.

≈≈≈≈≈

 

[1] © Ζοζέ Σαραμάγκου. Να πούμε όμως εδώ ότι η κατηγορία αυτή δεν συμπεριλαμβάνει ατομικές περιπτώσεις στις οποίες, αντίθετα, κάποια ξεπουλημένα μέλη τής αριστερής Εκκλησίας  έχουν πιάσει για τα καλά τα «μηνύματα των καιρών» και έχουν προβεί «σαν έτοιμοι από καιρό» στις σχετικές «στοχαστικές προσαρμογές»…

[2] Κάποτε, όχι πολύ παλιά, τα άρθρα του φιγουράριζαν στην Αυγή, ενώ, για ενάμιση περίπου χρόνο, του είχαν προσφέρει στασίδι με όλες τις τιμές και τα ‘‘τζιμάνια’’ τού RedNotebook. Εδώ και πολύ καιρό αποτελεί αναπόσπαστο μέλος τής αρθρογραφικής ομάδας τής …Lifo!

ЖOЖOЖOЖOЖ

 


Μπορεί το κείμενο ενός Ξηρού να γίνει βάση μιας θεατρικής παράστασης του Εθνικού θεάτρου της χώρας; Μπορούν τα λόγια ενός καταδικασθέντος ισοβίτη να ακουστούν σε μια κρατική σκηνή, έστω στο πειραματικό της σκέλος;

1.

Πιστεύω ότι σε μια φιλελεύθερη συνταγματική δημοκρατία ένα ερώτημα, όπως της εισαγωγής πιο πάνω, δεν μπορεί να διατυπώνεται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Όλες οι εκδοχές του κακού έχουν περάσει εδώ και πολλές δεκαετίες στη γενική πολιτισμική κυκλοφορία.  Για παράδειγμα, στη διεθνή δημοφιλή κουλτούρα έχουν βρει από χρόνια θέση οι πιο ετερόκλητες περσόνες του εγκλήματος, από τον Τσαρλς Μάνσον μέχρι τον Κάρλος το Τσακάλι. Και αυτές οι δημοκρατίες στηρίζονται, όπως ξέρουμε, στην εργασία της διάκρισης ανάμεσα σε διαφορετικές σφαίρες της εμπειρίας και θεσμικά επίπεδα: η τέχνη, το δίκαιο, η ποινική δικαιοσύνη, η ιδεολογική κριτική, οι ηθικές μας εκτιμήσεις –όλα αυτά δεν πρέπει να συγχέονται και να εγκιβωτίζονται σε συμπαγή σύνολα που είτε κάποιος τα υπερασπίζεται, είτε τα κατακεραυνώνει και τα απορρίπτει.

Το θέατρο (και κάθε άλλη καλλιτεχνική δημιουργία) αξιολογείται κυρίως από το αν χειρίζεται με επάρκεια την «ύλη» του, τα κείμενα, τη δραματουργική επεξεργασία τους και όλα τα άλλα στοιχεία μιας παράστασης. Κι εκεί ακόμα που ένας σκηνοθέτης έχει κυρίως πολιτική πρόθεση –να υποβάλει, ας πούμε , ένα σχόλιο για την εξουσία ή την τρομοκρατία–, αυτό το οποίο πρέπει να μας ενδιαφέρει και να κρίνουμε εν τέλει είναι το εάν κατορθώνει να παραστήσει διαφορετικές οπτικές και παραμέτρους, αποφεύγοντας τις κακοτοπιές της  λεγόμενης «τέχνης-που-παίρνει-θέση».

Ως εδώ καλά. Δεν μπορούμε, όμως, να αγνοούμε ούτε να προσποιούμαστε πως δεν υφίσταται πρόβλημα με την ελληνική τρομοκρατία ή με μια ορισμένη «χρήση» του παραδείγματος της ένοπλης δράσης και των υποκειμένων της. Υπάρχει, θέλω να πω, ένα σοβαρό ζήτημα ως προς την πρόσληψη του τρομοκράτη και τους ρητορικούς/συγκινησιακούς τρόπους οι οποίοι πλαισιώνουν τα χρονικά του εγχώριου ένοπλου αριστερισμού και των παραδόσεων της «μαχητικής σύγκρουσης με το Κράτος». Τα τελευταία οκτώ-δέκα χρόνια έχει ενισχυθεί σαφέστατα ένα στυλ ψευδο-κοινωνιολογικής σχετικοποίησης της βίας, και ιδίως αυτών των μορφών που στεγάστηκαν στη λεγόμενη «λαϊκή» βία της μεταπολίτευσης.  Μια αντιεξουσιαστική  (καθόλου φιλελεύθερη) αντίληψη περί κοινωνικών δικαιωμάτων από κοινού με κληρονομημένους συμβολικούς κώδικες μιας εμφυλιογενούς Αριστεράς που αναζητεί τη Δικαίωση, καθαγίασαν έναν ριζοσπαστισμό τόσο ευρύχωρο ώστε δεν έκανε και δεν κάνει ακόμα τη διάκριση ανάμεσα σε αντιδημοκρατικούς εξτρεμισμούς και σ’ έναν έντονο –αλλά μες στο δημοκρατικό πλαίσιο– λόγο κοινωνικής καταγγελίας.

Ένας ορίζοντας ημιεξέγερσης και ημικομφορμισμού παγιώθηκε στην μετά τον Δεκέμβρη του ’08 περίοδο και στη συνέχεια συνδέθηκε –όχι πάντα αρμονικά– με τους πλατύτερους σε απήχηση λαϊκιστικούς ριζοσπαστισμούς της Αγανάκτησης. Μπανάλ αντιμνημόνιο, φωνές κατά της ευρωπαϊκής / γερμανικής Κατοχής και, συγχρόνως, μια εμμονική αντι-αστυνομική και αντικρατική  ρητορεία: όλα αυτά συνενώθηκαν διαμορφώνοντας ένα ασταθές, υπερσυναισθηματικό μάγμα. Έφτιαξαν δε ένα απλουστευτικό πλαίσιο υποδοχής όπου μια ορισμένη τρομοκρατία γίνεται απλώς μια (ενδεχομένως λάθος) «επιλογή του κινήματος».

Είναι αυτό το υπερσυναισθηματικό μάγμα το οποίο ξαναέκανε μόδα σε κάποιους θεατρικούς ή εικαστικούς κύκλους την «πολιτικά παρεμβατική» τέχνη. Συχνά όμως η μόδα εισάγεται με τρόπους και γλώσσες που ανακαινίζουν απλώς το πιο κλασικό στρατευμένο περιεχόμενο μέσα από υφολογικές ανατροπές. Υπερνεωτερικό αμπαλάζ, με άλλα λόγια, για να εκτεθεί μια «άποψη για τα πράγματα» στην οποία διακρίνει κανείς τη συμβατική πλατφόρμα της κοινωνικής καταγγελίας.

Επιστρέφω, όμως, στο αρχικό μου ερώτημα: μπορεί ένα γραπτό του Ξηρού ή όποιου άλλου τρομοκράτη να αποτελέσει τη βάση μιας θεατρικής δουλειάς για μια μη περιθωριακή σκηνή;

Απαντώ λοιπόν καταφατικά. Απαντώ «ναι» αναγνωρίζοντας συγχρόνως το πρόβλημα που συνοδεύει σαν σκιά κάθε παρόμοια καλλιτεχνική επιλογή στη συγκεκριμένη κοινωνία με τους όρους με τους οποίους διαμορφώθηκε εδώ και δεκαετίες. Ποιο πρόβλημα; Το είπα ήδη: τη ροπή προς την ηθικοποίηση της θέσης του τρομοκράτη μέσα από την ανακατασκευή  του ως θύματος των κατασταλτικών μηχανισμών ενός (θεμελιωδώς «κακού», βεβαίως) Κράτους. Με τους όρους που συνηθίζει μια πρόσφατη γλώσσα: ο τρομοκράτης παρουσιάζεται ως θύμα μιας αντιδραστικής βιοπολιτικής η οποία παίχτηκε πάνω στο τραυματισμένο σώμα του. Αυτή η παρουσίαση υποτιμά όμως με σκανδαλώδη τρόπο ή αποσιωπά πλήρως την ίδια την ολοκληρωτική φύση της τρομοκρατίας ως οργανωμένης απανθρωπιάς. Για να το πω όμως διαφορετικά: το ιδιαίτερο υπόστρωμα το οποίο απειλεί με εκτροχιασμό την καλλιτεχνική πραγμάτευση του λόγου ενός τρομοκράτη είναι η ηθική επένδυση του ένοπλου ριζοσπαστισμού με τους σχεδόν μυστικιστικούς όρους μιας εκθειασμένης «αντάρτικης»/ ανυπότακτης μνήμης. Αυτή η ηθικοποίηση βαίνει παράλληλα με κάποια νοσταλγία για διαχρονικές εθνικοαπελευθερωτικές εξάρσεις ή με την αναζήτηση αντιστασιακών παραδειγμάτων. Το ότι το σκάλισμα σε ιδεαλιστικές γαίες γίνεται συχνά με κυνικά πολιτικά εργαλεία, ε, αυτό δεν είναι καινούργιο στην Ιστορία.

Από την άλλη, το να προσθέτει κανείς τη γενική ηθική καταγγελία εναντίον της βίας δεν αλλάζει το υπόστρωμα της προϋπάρχουσας εξιδανίκευσης και του εξωραϊσμού. Ούτε εμποδίζει την εξημερωτική προσέγγιση της τρομοκρατίας ως μιας «απλώς ακραίας» εκδοχής του αντιφασισμού στην αιώνια πάλη του Ανθρώπου για Απελευθέρωση.

2.

Όσοι και όσες έχασαν τους δικούς τους ανθρώπους από τη 17 Νοέμβρη έχουν κάθε λόγο να εξεγείρονται σε κάθε δημόσια παρουσία των καταδικασμένων δολοφόνων της οργάνωσης. Θα αντιπαλεύουν αυτή την τάση, όχι γιατί επιδιώκουν τη «λογοκρισία» αλλά διότι έχουν έλθει αντιμέτωποι με την πιο ριζική και αμετάκλητη σιωπή, με τη σιωπή του οικείου προσώπου που χάθηκε: με την πιο τελεσίδικη λογοκρισία που είναι νοητή, τη στέρηση του δικαιώματος στη ζωή!

Ένα έργο ωστόσο κρίνεται πρωτίστως από την κοινότητα των θεατών του και τους όρους της ενημερωμένης, στοχαστικής κριτικής του. Και αν η συζήτηση που το περιβάλλει είναι θεμιτή και γόνιμη, δεν έχει νόημα να μετατρέπεται σε διένεξη για τη λογοκρισία, το δικαίωμα της έκφρασης ή τη «βεβήλωση» του Εθνικού Θεάτρου. Θα είχε περισσότερη αξία να είναι μια συζήτηση για τις ιδεολογικές χρήσεις της τέχνης, για την εικόνα του τρομοκράτη-«αγωνιστή» στην ελληνική κοινωνία ή για τις εκτροπές που μπορεί να εκθρέψει ένας αντισυστημικός ψευδο-ανθρωπισμός  στην αισθητική. Η Ελλάδα της κρίσης έγινε άλλωστε για κάποιους ο χώρος μιας κοινωνικής οδύνης μπροστά στην οποία οι Ξηροί και όλη η δράση της 17 Νοέμβρη συνιστούν «πταίσματα» ή ασήμαντες λεπτομέρειες. Εγώ θα έλεγα όμως ότι αν δεν υπήρχε αυτή η μπανάλ εθνικιστική ή ταξική λογική εξάχνωσης της οδύνης την οποία προκάλεσε η τρομοκρατία,  ίσως αυτό το λεπτό θέμα του «πρώην ένοπλου που γράφει και παρουσιάζεται» θα είχε βρει απαντήσεις. Επειδή όμως δεν συμβαίνει αυτό, οι οικογένειες των θυμάτων αναγκάζονται κάθε λίγο και λιγάκι να διεκδικούν από την αρχή το σεβασμό στον πόνο τους. Αυτό όμως ορίζει άλλα σύνορα, πέρα από την τέχνη και την πρόσληψή της. Μας δείχνει, ας πούμε, πόσο δύσκολο πράγμα είναι να διαφωνούμε ή να συμφωνούμε μιλώντας για πτυχές μιας ιστορίας η οποία έληξε δίχως να πάρει τέλος και ο πόνος τον οποίον προκάλεσε. Κι εδώ κάπου βρισκόμαστε, για άλλη μια φορά.
 
 

Ο Κώστας Λαπαβίτσας για τα ορφανά τού «αριστερού ευρωπαϊσμού» που εξακολουθούν να πουλάνε τρέλα



 
Πολύ καλά τα λέει. Αν και λίγα λέει. Και υπέρ το δέον ευγενικά. Και χωρίς διευθύνσεις και ονόματα. Ας είναι. Καταλαβαίνουμε. Κάπως έτσι θα τα έλεγε εκείνος. Ήπιος χαρακτήρας είναι, καθηγητής Πανεπιστημίου είναι, μιας κάποιας ηλικίας είναι. Ευτυχώς ή δυστυχώς, δεν διαθέτουμε κανένα από τα παραπάνω προσόντα για να τα πούμε κι εμείς έτσι, όταν έρθει η ώρα να ανοίξουμε το στοματάκι μας…

ЖΟЖΟЖΟЖΟЖ


Είναι γνωστό ότι η νίκη έχει πολλούς πατεράδες, αλλά η ήττα κανέναν. Μια από τις πιο χαρακτηριστικές πλευρές της πανωλεθρίας του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι η ομάδα που χάραξε την πολιτική του γραμμή μετά το 2010, οδηγώντας τον αρχικά στον εκλογικό θρίαμβο και κατόπι στη διαπραγματευτική συντριβή, αγωνίζεται τώρα να βρει επιχειρήματα για να αποποιηθεί τις ευθύνες της. Το τι λέει ο καθένας εξαρτάται από τη θέση που είχε, ή έχει, στο κόμμα και την κυβέρνηση.

Ο τωρινός στενός ηγετικός κύκλος, για παράδειγμα, μας λέει ότι δόθηκε μια ομηρική μάχη, αλλά ο εχθρός ήταν κατά πολύ υπέρτερος και ουκ ολίγον μπαμπέσης. Η δικιά μας πλευρά δεν είχε εκτιμήσει πόσο πολύ έχουν διαφθείρει την Ευρώπη οι δυνάμεις του σκότους. Δεχτήκαμε έναν κακό συμβιβασμό, αλλά θα βγάλουμε τη χώρα από την κρίση, με την κοινωνία όρθια. Η Αριστερά –και τα παλληκάρια– δεν εγκαταλείπουν τη μάχη.

Από την άλλη, πρώην στελέχη του ηγετικού κύκλου που τώρα ψάχνουν καινούργιο ρόλο μας λένε ότι όντως δόθηκε μια σκληρή μάχη και η στρατηγική μας ήταν σωστή. Ο εχθρός ήταν ένα βήμα πριν την κατάρρευση. Δε μπορεί, θα ενέδιδε και ο Ντράγκι και η Μέρκελ, αν εμείς συνεχίζαμε απτόητοι τις επιθετικές κινήσεις, με τις τράπεζες κλειστές και χωρίς ρευστότητα. Αλλά η κακιά μοίρα –ή μπορεί και η έλλειψη θάρρους– δεν επέτρεψε την ολοκλήρωση του σχεδίου.

Γνωστά όλα αυτά. Η τελευταία όμως προσφορά στο πεδίο των «ερμηνειών» από τους πρώην ηγετικούς κύκλους του ΣΥΡΙΖΑ είναι σίγουρα η πιο χαριτωμένη. Ούτε λίγο, ούτε πολύ, έχουμε τον ισχυρισμό ότι διαπραγμάτευση δεν έγινε. Διότι διαπραγμάτευση θα υπήρχε μόνο εάν είχε τεθεί ο διεθνής ταξικός εχθρός υπό διωγμό, αλλάζοντας τους όρους του κοινωνικού γίγνεσθαι με αποφασιστικές κινήσεις στο εσωτερικό της χώρας. Αν γινόταν η αναδιανομή του εισοδήματος και του πλούτου, θα είχαμε νικήσει τους δανειστές. Μόνο τότε θα είχε υπάρξει διαπραγμάτευση.

Σε μια περιβόητη αποστροφή του, ο Μποντριγιάρ αρνήθηκε ότι ο Πόλεμος του Κόλπου πραγματικά συνέβη. Ήταν προϊόν των ΜΜΕ, ένα φαντασιακό ομοίωμα της πραγματικότητας. Με τη νέα «ερμηνεία» της ήττας του ΣΥΡΙΖΑ έχουμε μια πολύ πιο εξελιγμένη προσέγγιση. Εφόσον δεν εφαρμόστηκε η συγκεκριμένη τακτική που προκρίνουν οι επικριτές, είναι προφανές ότι δεν υπήρξε καμία διαπραγμάτευση. Το πλήθος των συναντήσεων της ελληνικής πλευράς με τους δανειστές ήταν απλώς μια εικονική πραγματικότητα, ένα παιχνίδι επισκέψεων για κουβέντες με τον κ. Τόμσεν. Άγνωστο παραμένει τι ακριβώς έπαιζαν οι δανειστές το διάστημα αυτό.

Αν τα πράγματα στη χώρα δεν ήταν τόσο τραγικά, θα μπορούσε κανείς να διασκεδάσει με τον αγώνα για την αποφυγή της πατρότητας της ήττας από τους κατά τεκμήριο υπεύθυνους. Δυστυχώς όμως δεν υπάρχει περιθώριο ούτε για γέλια, ούτε για γελοίες δικαιολογίες. Όχι μόνο υπήρξαν διαπραγματεύσεις, όχι απλώς έγινε προσπάθεια να εφαρμοστεί η στρατηγική που για χρόνια είχε εξυφάνει η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά η χώρα κόντεψε να λυγίσει στην πορεία.

Το πρόβλημα δεν ήταν ούτε η σκληρότητα των δανειστών, ούτε η έλλειψη προθυμίας για μια τελευταία ζαριά από την πλευρά μας, και φυσικά όχι η έλλειψη διαπραγμάτευσης.  Ο ΣΥΡΙΖΑ συνετρίβη γιατί αυτό που προσπάθησε να κάνει, αυτό που η ηγετική του ομάδα –συλλογικά και πεισματικά– επέμενε ότι μπορούσε να γίνει, ήταν απλώς ανέφικτο. Απέτυχε γιατί: ΔΕ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΝΤΟΣ ΤΗΣ ΟΝΕ.

Μια μειοψηφική μερίδα στο ΣΥΡΙΖΑ υποστήριξε σθεναρά αυτή την άποψη. Έδωσε όλες τις μάχες μέχρι την καταστροφική υπογραφή του Τρίτου Μνημονίου, αλλά τελικά έχασε, εν μέρει και λόγω της δικής της ιδεολογικής και οργανωτικής αδυναμίας. Παρ’ όλα αυτά τα γεγονότα του 2015 και η συντριβή του ΣΥΡΙΖΑ επιβεβαιώνουν περίτρανα την ορθότητα της βασικής της θέσης.

Θα περίμενε κανείς λοιπόν ότι, μετά την πανωλεθρία, θα υπήρχε μια σοβαρή αποτίμηση των πεπραγμένων από πλευράς αυτών που χάραξαν την καταστροφική στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ τα προηγούμενα χρόνια. Τουλάχιστον η αποδοχή των λαθών και η έντιμη αναζήτηση μιας άλλης πορείας στις σημερινές, εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες. Αμ δε. Ο ωμός συμβιβασμός με την εξουσία, το αναλυτικό κομφούζιο και ο πολιτικός ξερολισμός έχουν το πάνω χέρι. Το τίμημα το πληρώνει η κοινωνία και η χώρα.
 
 

Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2016

«Κι όταν λέμε ισόβια, εννοούμε ισόβια διαγραφή από τις τάξεις των ζωντανών!» (+ UPDATE)




Φυσικά και δεν πρόλαβα να κάνω αυτό που ήθελα πολύ: να δω την παράσταση. Όχι βέβαια για να διαπιστώσω αν το έργο προπαγανδίζει την ατομική τρομοκρατία (κάτι τέτοιο δεν ισχυρίστηκε, απ’ όσο είδα, ούτε ο πιο ακραίος από εκείνους που βγήκαν στα κεραμίδια για να διαμαρτυρηθούν –στους «εκείνους» δεν συμπεριλαμβάνω κανέναν από τους συγγενείς των θυμάτων, εννοείται). Αλλά για να δω πώς χειρίστηκε ο Ξηρός το θεατρικό έργο τού Αλμπέρ Καμί Οι Δίκαιοι, το οποίο διέπλεξε με τα δικά του κείμενα και το οποίο έχω δει, ανεβασμένο από ένα νεανικό θίασο, σε κάποια «παραδοσιακή» οικογενειακή χριστουγεννιάτικη έξοδο πριν λίγα χρόνια. Ας είναι. Το έργο κατέβηκε άρον-άρον, μετά από τις γνωστές αντιδράσεις γνωστών κύκλων. Πασιφανώς, για κάποιους, που τίποτε δεν αποκλείει να είναι «από θέσεις αρχής» αντίθετοι με τη θανατική ποινή, στην ποινή τής ισόβιας κάθειρξης συμπεριλαμβάνεται και η απαγόρευση οποιασδήποτε δραστηριότητας υποδηλώνει ότι ο ισοβίτης εξακολουθεί να είναι εν ζωή και όχι ζων εν τάφω...

ЖΟЖΟЖΟЖΟЖ


Ανακοίνωση της Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης του Εθνικού Θεάτρου

Η παράσταση Ισορροπία του Nash που παίζεται στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου ξέφυγε από τον καλλιτεχνικό της στόχο και μοιάζει, χωρίς να το επιδιώκει, να εξαντλεί τις αντοχές μιας κοινωνίας. Έγινε αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης σε μια δύσκολη συγκυρία και παρερμηνεύτηκε η ιδεολογική της πρόθεση. Δέχτηκε τη σκληρή και απολύτως δογματική κριτική ανθρώπων που, ως επί το πλείστον, δεν την έχουν παρακολουθήσει.

Ενώ το βασικό της μήνυμα είναι πως καμία ιδέα δεν δικαιούται να αφαιρέσει ανθρώπινη ζωή, η παράσταση οδήγησε, ερήμην της, στο αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, προξενώντας περισσότερο πόνο παρά προβληματισμό. Τέλος, ενεργοποίησε αντιδράσεις ακραίων κύκλων, που έφτασαν στο σημείο να εκφράζουν απειλές για τη σωματική ακεραιότητα του κοινού, των καλλιτεχνών και των εργαζομένων του Εθνικού Θεάτρου.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες θεωρούμε ότι η συνέχιση της παράστασης θα καλλιεργήσει τη στρεβλή εντύπωση ότι το Εθνικό Θέατρο, αντί να προβάλει τη σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία και το γόνιμο προβληματισμό, στηρίζει εγκληματίες για πάντα καταδικασμένους στη συνείδηση του ελληνικού λαού.

Για τους παραπάνω λόγους επιλέγουμε να σταματήσουμε τις παραστάσεις του έργου Ισορροπία του Nash, χωρίς επ’ ουδενί να παραιτούμαστε από το δικαίωμα, τώρα και στο μέλλον, της ελεύθερης καλλιτεχνικής έκφρασης, όπως οφείλουμε να κάνουμε ως Εθνικό Θέατρο.

Από την Καλλιτεχνική Διεύθυνση του Εθνικού Θεάτρου

 
UPDATE (Σάββατο, 30 Ιανουαρίου στις 6:50 μ.μ.): Σαλάτα τα έκανα στα πραγματολογικά στοιχεία τής ανάρτησης. Όπως είχα αντιληφθεί λίγες ώρες μετά από τη δημοσίευσή της αλλά μόλις τώρα καταφέρνω να αποκαταστήσω την αλήθεια, το έργο δεν είναι τού Σάββα Ξηρού, αλλά τής σκηνοθέτιδας Πηγής Δημητρακοπούλου και της ομάδας της. Tο δημιούργησαν συνδυάζοντας αποσπάσματα από το θεατρικό έργο τού Καμί με τμήματα από τα πρακτικά τής δίκης τής 17ης Νοέμβρη και κείμενα του Σάββα Ξηρού από το βιβλίο του «Η Μέρα Εκείνη – 1560 ώρες στην εντατική – Μια μαρτυρία για το δικό μας Γκουαντάναμο». Και μη χειρότερα!
 


Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2016

«Γκαρσόνια τής Ευρώπης», είπατε ότι μας θέλουν; Δις, λαστ γίαρ!




Ανεξάρτητα από τις ευθύνες των καθοδηγητών τού ελληνικού αντιρατσιστικού κινήματος για τους μαξιμαλισμούς στους οποίους το εγκλώβισαν και ανεξάρτητα από την τυφλότητα της μερίδας τής Αριστεράς που ανέχθηκε –όταν δεν καλλιεργούσε– αυτά τα ξεκάθαρα συμπτώματα της ασθένειας του μεταναστευτισμού (© Πιέρ-Αντρέ Ταγκιέφ), το αντικειμενικό γεγονός είναι ότι οι συνεχιζόμενες πολεμικές συρράξεις στην Εγγύς και Μέση Ανατολή, που έρχονται να προστεθούν στη ‘‘συνήθη’’ αιτία μαζικής μετανάστευσης, την εξαθλιωτική φτώχια, εκτοξεύουν σε απίθανα ύψη το προσφυγικό/μεταναστευτικό κύμα. Η άμεση λύση είναι βέβαια η κατανομή όλων αυτών των ανθρώπων στις χώρες τής Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατ’ αναλογία με τους πληθυσμούς τους. Η ριζική, η οποία επίσης πρέπει να επιδιωχθεί αμέσως χωρίς την παραμικρή καθυστέρηση, είναι η ειρήνευση στις φλεγόμενες περιοχές. Όπως όλοι ξέρουμε, είναι δύσκολο να πει κανείς για ποια από τις δύο λύσεις οι ηγεσίες των χωρών τής Ένωσης δείχνουν μεγαλύτερη απροθυμία.

Το αντίθετο ακριβώς από αυτό που επίσης ξέραμε ότι υποβόσκει και επισημοποιήθηκε με τις ανακοινώσεις τού αντιπροέδρου τής Κομισιόν Βάλντις Ντομπρόβσκις κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου:  Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με μεγάλη προθυμία, επεξεργάζεται σχέδιο προσωρινής αναστολής της συμμετοχής τής χώρας μας στη Συνθήκη Σένγκεν, το οποίο προβλέπει σφράγισμα των συνόρων της ΠΓΔΜ με την Ελλάδα, προκειμένου να περιοριστεί η ροή προσφύγων προς τον ευρωπαϊκό Βορρά. Η Ελλάδα έχει διορία τριών μηνών να «προστατέψει αποτελεσματικά» τα ανατολικά σύνορά της, που συμπίπτουν και με τα σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Στις αιτιάσεις για την επιβολή αυτής τής ποινής που εξέθεσε προφορικά ο Ντομπρόβσκις (να σημειωθεί ότι η Έκθεση της αξιολόγησης της Ελλάδας δεν έχει δοθεί στη δημοσιότητα) συμπεριλαμβάνεται, εκτός άλλων, όπως αυτή τής πλημμελούς καταγραφής των προσφύγων και μεταναστών ή του μη αποτελεσματικού ελέγχου γνησιότητας ταξιδιωτικών εγγράφων, και  εκείνη «των σοβαρών ελλείψεων στην διενέργεια ελέγχων στα εξωτερικά σύνορα» –κομψή και «δημιουργικά ασαφής» διατύπωση της κατηγορίας ότι η Ελλάδα δεν αποτρέπει την είσοδο προσφύγων και μεταναστών στην επικράτειά της.

Πώς να την αποτρέψουμε, και μάλιστα εντός τριών μηνών, αν δεν θέλουμε να μετατραπεί η χώρα μας σε έναν απέραντο προσφυγικό καταυλισμό και σε χώρο μεταναστών; «Α, αυτό είναι δικό σας πρόβλημα, εθνικά κυρίαρχο κράτος είστε!», μας απαντούν οι ‘‘πολιτισμένοι’’ τής Δύσης και ιεροφάντες τών «ευρωπαϊκών ουμανιστικών αξιών», κλείνοντάς μας ταυτόχρονα το μάτι πονηρά. Κι είναι τότε σαν να μας λένε:

«Κάντε το όπως εμείς. Σε πενήντα χρόνια από τώρα, ποιος θα θυμάται γυναικόπαιδα;»