Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

Με τη λάμψη τής ήττας στα μάτια




Από τη στιγμή που η συντριπτική πλειοψηφία τών άνεργων, των ψευτοαπασχολούμενων, των εργαζομένων φτωχών (μισθωτοί, ελευθεροεπαγγελματίες και μικροεπιχειρηματίες) και των συνταξιούχων βυθίζεται καθημερινά όλο και σε μεγαλύτερη απόγνωση, τι να σου κάνει ο Διαμαντόπουλος που ντύθηκε παπάς και κοινωνούσε τον κόσμο, τι να σου κάνει ο Τσίπρας που είναι άθεος και δεν έχει στεφανωθεί την Παγώνα (κι έχει και τα παιδιά του αβάφτιστα!), τι να σου κάνει ο Τατσόπουλος με τις ‘‘αποκαλύψεις’’ του για τους συμπαθούντες τις ιδέες τής 17 Νοέμβρη, τι να σου κάνει η Κομμουνιστική Τάση τού ΣΥΡΙΖΑ με τις πολιτοφυλακές της, τι να σου κάνει ο Άγιος Γεράσιμος της σεισμόπληκτης Κεφαλονιάς, τι να σου κάνουν οι 440.000 ασπιρίνες για τους άνεργους, τι να σου κάνει ο Ψαριανός με τον Παπαδόπουλο, τι να σου κάνουν τα «17 εκατομμύρια μίζες που θα επιστραφούν στο λαό», τι να σου κάνει ακόμα κι ο Κάρας (ο ποιός;;;)! Η μία μετά την άλλη οι πασιέντζες δεν βγαίνουν κι ο χρόνος μέχρι τις ευρωεκλογές (που δεν μπορούν να τις αποφύγουν όπως ίσως θα ήθελαν για τις αυτοδιοικητικές) όλο και λιγοστεύει. Μετά, θα δουν αστράκια πράσινα, κόκκινα και κίτρινα σαν τη Βουγιουκλάκη. Τελειώνουν και το ξέρουν.

Παλιότερα, όταν μαζευόμασταν όλοι μαζί για να δούμε κάποιο ματς στην τηλεόραση, συνηθίζαμε στην παρέα να παίζουμε ένα δικό μας παιχνίδι που το είχαμε ονομάσει «βρες την ομάδα με τη λάμψη τής ήττας στα μάτια». Η στιγμή τής αλήθειας σ’ αυτό το παιχνίδι είναι λίγο πριν τη σέντρα, εκεί που οι ομάδες παρατάσσονται για τους ύμνους και τια χαιρετούρες και ο φακός περνάει με κοντινό τράβελινγκ από τα πρόσωπα όλων τών παικτών. Σ’ εκείνη τη φάση, λοιπόν, έπρεπε να προσέξουμε καλά-καλά τις εκφράσεις και τις γκριμάτσες καθώς οι παίκτες χαιρετούσαν ο ένας τον άλλο και να μαντέψει ο καθένας ποια ήταν η ομάδα που υπερτερούσε σε παίκτες με «τη λάμψη τής ήττας στα μάτια», άρα και φαβορί για να χάσει. Οι νικητές αναδεικνυόντουσαν φυσικά μετά το τέλος τού ματς.

Παρατηρώ την έκφραση του Σαμαρά στη φωτογραφία που συνοδεύει την ανάρτηση —είναι από τη σημερινή ομιλία του προς την κοινοβουλευτική ομάδα τής ΝΔ.

Η λάμψη τής ήττας που βλέπω στα μάτια του με τυφλώνει.



Αναρχικοί για ένα τραγούδι!




Καθώς γράφω κι έχω για ηχητική συντροφιά το Κόκκινο 105,5, άκουσα προηγουμένως λίγο από ένα τραγούδι για τη  μελωδία τού οποίου ‘‘πεθαίνω’’. Είναι η περίφημη Warszawianka, ένα πολωνικό παλιό επαναστατικό τραγούδι, γραμμένο μεταξύ 1879 και 1883, που τραγουδήθηκε από τους εξεγερμένους Πολωνούς εργάτες κατά την επανάσταση του 1905 – 1907 στο κατεχόμενο από τους Ρώσους κομμάτι τής Πολωνίας —επανάσταση η οποία πυροδοτήθηκε από τη ρωσική του 1905. Η Warszawianka γνώρισε τεράστια επιτυχία και πολλές εθνικές παραλλαγές με διαφορετικούς στίχους (ενίοτε και με διαφορετικούς στόχους, αφού ‘‘υιοθετήθηκε’’ ακόμα και από μονάδα τών Γάλλων αλεξιπτωτιστών!).

Εδώ σας βάζουμε την ισπανική Warszawianka προς τιμή τών Ισπανών αναρχικών τού μεσοπολέμου που έκαναν το τραγούδι επίσημο ύμνο τους και που πολέμησαν γενναία το φρανκικό φασισμό (ο Όργουελ, στο βιβλίο του «Φόρος τιμής στην Καταλωνία», όπου διηγείται τις εμπειρίες του από τον ισπανικό εμφύλιο, γράφει πως όταν ακρωτηρίαζαν χωρίς αναισθητικό λόγω έλλειψης φαρμάκων τους τραυματίες Ισπανούς αναρχικούς, εκείνοι συνήθιζαν να τραγουδούν τη Μασσαλιώτιδα!). Ο τίτλος τής ισπανικής εκδοχής τής Warszawianka είναι A Las Barricadas! (Στα οδοφράγματα!)



ΥΓ Για όσους θέλουν να ακούσουν τη σοβιετική εκδοχή, τους κάνουμε τη χάρη και τη δίνουμε εδώ, σε μία ωραία εκτέλεση από τη χορωδία τού Κόκκινου Στρατού. Μη μας ζητήσουν όμως περισσότερα. Το πρωτοσέλιδο το κέρδισαν με το αίμα τους οι Ισπανοί αναρχικοί. Κόκκινο κι αυτό. Ίδια κι όμοια με τών μελών τού Partido Comunista de España…


Στη φωτογραφία, Ισπανίδες, μέλη τής ένοπλης πολιτοφυλακής τής αναρχικής Confederación Nacional del Trabajo (CNT). Από το ungovernablesf.tumblr.com.



Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2014

Η αριστερή και η κομμουνιστική (appellation d’ origine contrôlée*) κριτική




* Η γαλλική ονομασία τής πιστοποίησης που δίνεται κυρίως σε κρασιά, αλλά και σε ορισμένα άλλα αγροκτηνοτροφικά προϊόντα, και η οποία εγγυάται ότι η ποιότητά τους εκπληρώνει κάποιες εκ των προτέρων καθορισμένες αυστηρές προδιαγραφές (standards). Αρκτικόλεξο: AOC. Στην προκείμενη περίπτωση όμως ταιριάζει καλύτερο το αρκτικόλεξο ΚΚΕ… ;-)



Πήρε το μάτι μου εδώ, μία αποδομητική ανάλυση της εξ αριστερών κριτικής που γίνεται προς τον ΣΥΡΙΖΑ. Μια και θέλουμε να πιστεύουμε (εν μέρει μάς αναγνωρίζεται κιόλας) ότι ασκούμε τέτοιου προσανατολισμού κριτική προς το κόμμα τής αξιωματικής αντιπολίτευσης, θεώρησα ότι κάπου αφορούσε και σ’ εμάς, οπότε τη διάβασα προσεκτικά. Δεν έμαθα κάτι που να μην ήξερα και, επιπλέον, διαπίστωσα ότι δεν έχει να κάνει με τις αφεντομουτσουνάρες μας ούτε κατά 1,ο9%. Link έχουμε βάλει, το φιλομαθές τμήμα τού αναγνωστικού κοινού μας μπορεί να διαβάσει και να κρίνει.

Μου δημιουργήθηκε όμως ένα κενό, καθώς διάβαζα. Και η αίσθηση του κενού όλο και μεγάλωνε. Κι όταν τελείωσα την πρώτη ανάγνωση και έριξα και μια δεύτερη σε ορισμένα σημεία, το κενό είχε γίνει άβυσσος. Σκεφτόμουν: Ωραία και καλά όλα αυτά περί τής δήθεν (κατά τον αρθρογράφο), αριστερής κριτικής. Ωραία και καλά και σε συμφωνία με τις απόψεις τού ΚΚΕ για τους ασκούντες κριτική εξ αριστερών στον ΣΥΡΙΖΑ που δεν πρόσκεινται αποκλειστικά «στο Κόμμα»: Αν δεν είναι αφελείς αυταπατώμενοι, είναι αριστερά πλυντήρια για τον ΣΥΡΙΖΑ, αφού και μόνο με την κριτική τους δημιουργούν την αίσθηση ότι πρόκειται όντως για ένα αριστερό κόμμα, το οποίο, απλώς, τυχαίνει να πέφτει και σε μερικά λάθη. Αλλά:

Από ένα κομμουνιστικό ιστολόγιο, και μάλιστα κομμουνιστικό με σφραγίδες, βούλες και υπογραφές αυθεντικότητας, το πρώτο που περιμένει κανείς είναι μία ανάλυση για το τι σημαίνει και πώς πρέπει να ασκείται η κομμουνιστική κριτική. Και επειδή στην Ελλάδα είμαστε και με το ελληνικό ΚΚ έχουμε να κάνουμε, η προσδοκία αυτή αποκτά επείγοντα χαρακτήρα. Ποιος δεν έχει διαπιστώσει ότι οι προσκείμενοι στο ΚΚΕ, ασχέτως αν είναι μέλη, φίλοι ή, έστω, απλοί ψηφοφόροι του, δεν αρθρώνουν ούτε ένα ιώτα επικριτικό για το κόμμα; Και αν το πράγμα εξηγείται για τα μέλη —δημοκρατικός συγκεντρωτισμός γαρ, έστω αλά ΚΚΕ—, για τους υπόλοιπους δεν υπάρχει τέτοια δέσμευση. Δεν πρέπει λοιπόν να βοηθηθούν, ώστε, αφ’ ενός να συμβάλουν με την κριτική τους στη βελτίωση της πολιτικής τού ΚΚΕ, και, αφ’ ετέρου, να αφαιρέσουν επιχειρήματα των αριστερών ανταγωνιστών που τους εγκαλούν ως «βουβά πρόσωπα» και «γραμμιτζήδες»; Επιπλέον και πιο περίπλοκα:

Δεν χρειάζονται βοήθεια (Communist Pedagogy πιο συγκεκριμένα, όπως αναγράφεται στην προμετωπίδα τού συγκεκριμένου ιστολογίου) μόνο οι απλοί οπαδοί και ψηφοφόροι. Χρειάζονται και τα μέλη, για να μην πω και τα στελέχη. Διότι ακόμα και για την ασκούμενη κριτική μέσα στο κόμμα, υπάρχουν ζητήματα λεπτά, που απαιτούν ανάλυση και συζήτηση, ώστε να φωτιστούν όλες οι πτυχές και πλευρές τους. Να, για παράδειγμα, διαβάστε τι έλεγε στα τέλη τού περσινού Μαρτίου η Αλέκα Παπαρήγα για το θέμα τής εσωκομματικής κριτικής, στη Συνδιάσκεψη της Κομματικής Οργάνωσης Αττικής, λίγες ημέρες πριν το 19ο Συνέδριο, σε σύνδεση με κάποια λάθη που παραδέχθηκε ότι έγιναν από την κεντρική καθοδήγηση του κόμματος:

Αυτά, καθοδηγητικά προβλήματα, είναι αδυναμίες που δεν μας γίνεται κριτική. Δηλαδή, εδώ δικαιωματικά θα έπρεπε τα μέλη του Κόμματος ή στελέχη από Αχτίδες να είναι πιο κριτικά προς την ΚΕ. Να βάλετε θέματα. Εκεί που πρέπει να μας γίνει κριτική δεν γίνεται. Η πιο ουσιαστική κριτική και βαθιά είναι όταν συμφωνείς με τη στρατηγική του Κόμματος. Γιατί τότε μπορείς να κρίνεις ουσιαστικά, όχι αυτός που διαφωνεί, αυτός που διαφωνεί δεν μπορεί να κρίνει γιατί κυριαρχεί η διαφωνία του. Κρίνει με βάση τη διαφωνία του.

Αντίθετα, αυτός που συμφωνεί με τη στρατηγική, μπορεί να γίνει ο πιο σκληρός κριτής και του συγκεκριμένου καθοδηγητή και της ΚΕ. Γιατί έχει τη δυνατότητα και μπορεί να κρίνει αν ο καθοδηγητής στο κάτω-κάτω τον καθοδηγεί και σωστά. Αυτός που διαφωνεί δεν μπορεί.

Δεν σας φαίνεται λίγο περίπλοκο όλο αυτό; Τι σημαίνει πρακτικά ότι «μπορείς να κρίνεις ουσιαστικά» μόνο «όταν συμφωνείς με τη στρατηγική του Κόμματος»; Κι από την άλλη, αν καταλαβαίνω καλά, σύμφωνα με τα παραπάνω λόγια τής Αλέκας Παπαρήγα, δεν τίθεται εκτός κριτικής, εκτός συζήτησης δηλαδή, η «στρατηγική του Κόμματος» ; Προφανώς και δεν καταλαβαίνω καλά! Δεν είναι δυνατόν η ίδια η Γενική Γραμματέας τού ΚΚΕ να παραβιάζει τόσο βάναυσα το καταστατικό του, το οποίο στο πρώτο-πρώτο ‘‘εδάφιο’’ του άρθρου 9 αναφέρει ρητά και κατηγορηματικά πως το (κάθε) «μέλος τού Κόμματος» έχει το δικαίωμα:

«Να συμμετέχει στη συζήτηση για τη διαμόρφωση της πολιτικής του Κόμματος στις Συνελεύσεις της ΚΟΒ και στα όργανα που είναι μέλος, στις Συνδιασκέψεις και τα Συνέδρια ως εκλεγμένος αντιπρόσωπος. Να συμμετέχει στις συζητήσεις και το διάλογο που ορίζει η Κεντρική Επιτροπή μέσω του κομματικού Τύπου».

Γίνεται να συμμετέχει κάποιος στη «συζήτηση για τη διαμόρφωση της πολιτικής του Κόμματος» και να μην έχει το δικαίωμα να διαφωνεί με τη «στρατηγική του Κόμματος»; Δεν γίνεται. Εκτός και αν υποθέσουμε ότι η «στρατηγική του Κόμματος» δεν σχετίζεται με την πολιτική τού κόμματος, πράγμα ολότελα παράλογο. Αφού λοιπόν δεν γίνεται, κι αφού επίσης δεν γίνεται η Γενική Γραμματέας να παραβίαζε έτσι ασύστολα το καταστατικό πέρυσι το Μάρτιο, όταν εκφωνούσε τα λόγια που παραθέσαμε, τότε τι στο διάολο γίνεται εδώ;

Να λοιπόν (τόσα ερωτηματικά μαζεύτηκαν!) γιατί είπα παραπάνω ότι από ένα κομμουνιστικό ιστολόγιο, και μάλιστα κομμουνιστικό με σφραγίδες, βούλες και υπογραφές αυθεντικότητας, το πρώτο που περιμένει κανείς είναι μία ανάλυση για το τι σημαίνει και πώς πρέπει να ασκείται η κομμουνιστική κριτική.

Αλλά, εντάξει. Δεν θα χαλάσουμε τις καρδιές μας για μια μικρή καθυστέρηση! Και δεύτερο να έρθει, καλοδεχούμενο!


Η photo είναι τού Piotr Swiderski.Από το photodom.com.



Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2014

Οι αστοί τρομάξανε… και Μεγάλους Συνασπισμούς ονειρεύονται!




Με σταθερά πια δεύτερη τη ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ σε κατάσταση προϊούσας αποσύνθεσης, τη ΔΗΜΑΡ στα πρόθυρα τριχοτόμησης και τις διεργασίες στο χώρο τής μακαρίτισσας Κεντροαριστεράς να θυμίζουν νεκροψία ζόμπι, έχει πέσει μέγας πανικός στο όλο σύστημα. Ένα τέτοιο δείγμα πανικού είναι και η δημοσκόπηση που παρήγγειλε και προβάλλει στο σημερινό του πρωτοσέλιδο το Έθνος. Σύμφωνα με τα ευρήματα «το 58% των πολιτών τάσσεται υπέρ ενός ιστορικού συμβιβασμού ανάμεσα στις δυνάμεις της Αριστεράς και της Δεξιάς και τη συγκρότηση ενιαίου κυβερνητικού μετώπου για την ανάταξη της οικονομίας». Προστίθεται δε με σημασία: «Μάλιστα η άποψη για μεγάλο κυβερνητικό συνασπισμό είναι ισχυρή σε όλο το κομματικό φάσμα».

Δεν έχουμε δει όλη την έρευνα στις λεπτομέρειές της, προς το παρόν είναι ‘‘κλειδωμένη’’. Ωστόσο, στην πρώτη σελίδα, μας πληροφορεί το Έθνος ότι την ιδέα τού Μεγάλου Συνασπισμού (ή του «ιστορικού συμβιβασμού Αριστεράς – Δεξιάς» σύμφωνα με την ‘‘καλή’’ εφημερίδα, που είπε να επιστρατεύσει και τον Μπερλινγκουέρ) την υιοθετεί το 65% των ψηφοφόρων τής ΝΔ, το 64% εκείνων της Νέας Δημοκρατίας και το 45% των ψηφοφόρων τού ΣΥΡΙΖΑ.

Εντάξει, οι ψηφοφόροι τού ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι και μπολσεβίκοι, γνωστό αυτό. Αλλά και το 45άρι που μας σερβίρει η έρευνα βρωμάει τόσο πολύ, που λέμε να φωνάξουμε τον Μπόμπολα και να του το δώσουμε εκείνου να το φάει. Με το κουταλάκι τού γλυκού, για να κρατήσει το μαρτύριό του περισσότερο!



Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2014

Εμβόλιμη ανάρτηση: Πρόσκληση προς το αναγνωστικό κοινό που πρόσκειται στον ΣΥΡΙΖΑ




Στην προηγούμενη ανάρτηση βρίσκεται σε εξέλιξη ένας διάλογος με σχολιαστές και σχολιάστριες οι οποίοι στην πλειοψηφία τους πρόσκεινται στον ΣΥΡΙΖΑ (χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι προσυπογράφουν και κάθε του θέση, ενέργεια ή πολιτικό χειρισμό) και διαφωνούν με την κριτική μας στάση —στο σύνολο ή σε πλευρές της— απέναντί του. Ανεξάρτητα από τον εξελισσόμενο διάλογο ο οποίος θα συνεχιστεί εκεί, και φανταζόμαστε και σε μελλοντικές αναρτήσεις, εμείς ενθαρρύνουμε, προτρέπουμε και προσκαλούμε όσους και όσες θέλουν να επιχειρηματολογήσουν εναντίον τής ασκούμενης από εμάς κριτικής να αναπτύξουν τις απόψεις τους και να μας τις στείλουν με email για να αναρτηθούν εδώ ως πρωτοσέλιδες δημοσιεύσεις.

Τα σχόλια παραμένουν κλειστά σε αυτή την ανάρτηση για δύο λόγους. Πρώτον, για να μην ‘‘σπάσει’’ ο διάλογος που έχει ήδη ξεκινήσει και, δεύτερον, επειδή δεν υπάρχει κάτι να συζητηθεί σε μία πρόσκληση. Το μόνο που απομένει μετά από μία πρόσκληση είναι να γίνει ή να μη γίνει αποδεκτή.


(Εκ του Τμήματος Δημοσίων Πολιτικών Σχέσεων)


Η εικόνα, από το dartmouth.edu.