Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2013

Ο απίθανος κύριος Λάσκος και ο μπαμπούλας τού ντεμέκ αντιιμπεριαλισμού




Ο Χρήστος Λάσκος, σε σημερινό άρθρο του για το alterthess που αναδημοσιεύτηκε εντός εννέα (9!) λεπτών στο ‘‘στέκι’’ τού Red Notebook με τίτλο «Το δημόσιο χρέος και ο ελληνικός καπιταλισμός», διαπράττει μία από τις ωραιότερες ‘‘συνδικαλιές’’ στις οποίες μας έχουν συνηθίσει οι αριστεροί ευρωπαϊστές («διεθνιστές» κατά τον αυτοπροσδιορισμό που επιλέγουν οι ίδιοι) και στις οποίες ο ίδιος είναι πρώτος μεταξύ τών πρώτων. Προκειμένου να δικαιολογήσει τη νέα(;) γραμμή τού ΣΥΡΙΖΑ («ευρώ πάση θυσία»), όπως, κατά πλήρη αντιστροφή τών αποφάσεων του Ιδρυτικού Συνεδρίου, φροντίζουν να την (παρα)χαράξουν εμμέσως πλην σαφώς τα κεντρικά στελέχη τού ΣΥΡΙΖΑ με πρώτον και καλύτερον τον Πρόεδρο, στήνει ένα απίθανο φάντασμα  «αριστερών δυνάμεων» στις οποίες, τάχα, «κυριαρχεί ένας πατριωτικός, αντιιμπεριαλιστικός τόνος, εξού και η πληθωρική αναφορά στη χώρα —ή και στην πατρίδα— και η μηδενική αντίστοιχη στον ελληνικό καπιταλισμό.»! Μ’ άλλα λόγια στήνει έναν μπαμπούλα, τον εθνικισμό/πατριωτισμό (παλιά του τέχνη κόσκινο!), που διάφορες «αριστερές δυνάμεις», διαβρωμένες, λέει, από την κυρίαρχη ιδεολογία, και μολυσμένες, λέει, από τους δύο παραπάνω θανατηφόρους ισμούς, προσπαθούν, λέει, να τον πλασάρουν ως ταχαδήθεν αντιιμπεριαλισμό!

Πού τις βρήκε αυτές τις «αριστερές δυνάμεις», όπως αόριστα γράφει, φωτογραφίζοντας βέβαια τις μερίδες τής Αριστεράς και των αριστερών που έχουν πειστεί ότι «πρωτάθλημα δεν παίρνουμε στο γήπεδο αυτό» (ευρωζώνη και ΕΕ); Τις βρήκε στο ΚΚΕ που επισήμως και με τις σφραγίδες βούλες και υπογραφές τού 19ου Συνεδρίου αντικατέστησε την αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση τής προηγούμενης στρατηγικής του με την αντικαπιταλιστική και μιλάει για πέρασμα στο σοσιαλισμό (και, επιπλέον, έχει αρχίσει να ξεκρεμάει τις ταμπέλες τού ΕΑΜ); Τις βρήκε στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, στα ντοκουμέντα τής οποίας μπορεί κανείς να βρει περισσότερες αναφορές στον όρο αντικαπιταλισμός και τα παράγωγά του παρά και στα τρία άρθρα τής ελληνικής γλώσσας μαζί; Ή τις βρήκε στους ‘‘μενσεβίκους’’ τού κόμματός του, των οποίων έχει μαλλιάσει η γλώσσα να μιλούν για κυβέρνηση της Αριστεράς σε συνεργασία σχεδόν αποκλειστικά με το ΚΚΕ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, τις δυνάμεις δηλαδή που, όπως είπαμε, ο αντικαπιταλισμός τρέχει από τα μπατζάκια τους;

Άγνωστον. Εκείνος ξέρει. Αλλά ξέρουμε κι εμείς. Μαζί και κάποιοι άλλοι. Φτάνουμε; Σε καμία περίπτωση! Χρειάζεται να αρχίσει να διακρίνει αυτές τις πολιτικές απάτες (ή τις ιδεολογικές παρακρούσεις) ο μεγάλος όγκος τών Συριζαίων. Οι πολλοί. Ας το ελπίσουμε. Το ελπίζουμε. Όπως λένε, μπορεί κάποιος να εξαπατά λίγους για πολύ και πολλούς για λίγο. Δεν μπορεί όμως να συνεχίσει να κοροϊδεύει πολλούς για πολύ…

ЖΟЖΟЖΟЖΟЖ



Σε ό,τι αφορά τις καθεστωτικές δυνάμεις, η βασική γραμμή υπήρξε –και παραμένει- πως τόσο για το δημόσιο χρέος, όσο και για όλα τα κακά της μοίρας μας, εν τέλει, την κύρια ευθύνη έχει το μεγάλο και σπάταλο ελληνικό κράτος. Το γεγονός πως πρόκειται για το δικό τους καπιταλιστικό κράτος, γι’ αυτό που έφτιαξαν και διατήρησαν οι ίδιοι σε όλη τη νεοελληνική ιστορία, μπορεί να κάνει λίγο… γκροτέσκα την «ανάλυση», αλλά αυτή, θα σου πουν, είναι αισθητική κρίση, όχι πολιτική. Ως προς την πολιτική, οι καθεστωτικοί —με όλη τη συντριπτική επικοινωνιακή δύναμη πυρός των ΜΜΕ μαζί τους— ισχυρίζονται πως, όσο κι αν αμάρτησαν στο παρελθόν, τώρα είναι έτοιμοι, αναγνωρίζοντας το σφάλμα, να προβούν σε όλες τις απαιτούμενες «διορθώσεις». Θα συρρικνώσουν μέχρις εξαφανίσεως το κράτος και όλα θα πάρουν το δρόμο τους.

Αντίστοιχα, ένα σημαντικό μέρος των αριστερών και ευρύτερα αντιμνημονιακών  δυνάμεων βρίσκει πως η έκρηξη του δημοσίου χρέους οφείλεται κατά βάση στη δράση διεθνών τοκογλύφων, που, με σχεδιασμένο και συστηματικό τρόπο, αξιοποίησαν τη συνέργεια σε βαθμό δοσιλογισμού των εγχώριων ελίτ, ώστε να διαμορφώσουν για τη ‘‘χώρα’’ τη μοίρα μια αποικίας χρέους. Σε αυτές τις προσεγγίσεις κυριαρχεί ένας πατριωτικός, αντιιμπεριαλιστικός τόνος, εξού και η πληθωρική αναφορά στη χώρα —ή και στην πατρίδα— και η μηδενική αντίστοιχη στον ελληνικό καπιταλισμό. Γι’ αυτό και η λύση του δράματος φαίνεται εύλογα συνδεδεμένη πρωταρχικά με μια σύγκρουση που ως βασικό υποκείμενο έχει τη χώρα, η οποία έτσι, με οδηγό μια κυβέρνηση σωτηρίας, θα διεκδικήσει την εθνική κυριαρχία, όρο εκ των ων ουκ άνευ για τη διέξοδο.

Και στις δύο αυτές περιπτώσεις αν κάτι είναι δεδομένο είναι η εξαφάνιση από το κάδρο της ελληνικής άρχουσας τάξης. Πράγματι, για τους καθεστωτικούς δεν τίθεται καν θέμα ‘‘ευθύνης’’ της στο μέτρο που, αντίθετα, η «επιχειρηματική τάξη» της χώρας (άντε πάλι!) είναι το πρώτο και μεγαλύτερο θύμα της κρατικής σπατάλης, της γραφειοκρατίας, της αριστερής μεταπολιτευτικής κυριαρχίας και της διάχυτης ανομίας στην ελλαδική, τελευταία στον πλανήτη, σοβιετική επικράτεια.

Για τους πρωταρχικά αντιιμπεριαλιστές, δε, οι έλληνες καπιταλιστές δεν είναι ποτέ στο πρώτο πλάνο, εφόσον δεν αποτελούν παρά δευτερεύουσες περσόνες σε ένα δράμα με πρωταγωνιστές τη Μέρκελ και τη Deutsche Bank, την Κομισιόν και τους διεθνείς τοκογλύφους. Οι «δικοί» μας –πολιτική και οικονομική «ολιγαρχία»- δεν είναι παρά σφουγγοκωλάριοι ή κουίσλινγκ που προσαρμόζουν τα συμφέροντά τους σε αυτά των ισχυρών.

Και στις δύο περιπτώσεις, λοιπόν, οι έλληνες καπιταλιστές δεν είναι η κατεξοχήν εκμεταλλευτική κατηγορία στη ‘‘χώρα’’. Συνιστούν είτε πληττόμενη υγιή επιχειρηματικότητα είτε δευτεράντζες συνοδοιπόρους των γερμανών και των συμμάχων τους στην ελλαδική αποικία χρέους.

Τα πράγματα, βεβαίως, κάθε άλλο παρά έτσι είναι. Και, ευτυχώς, η κύρια ανάλυση του βασικού αντιπάλου της δολοφονικής πολιτικής που ασκείται πάνω μας, του ΣΥΡΙΖΑ, είναι πολύ διαφορετική. Αναγνωρίζοντας από την πρώτη στιγμή πως όλα όσα μας συμβαίνουν στην εποχή των μνημονίων έχουν ως πρωταρχικά ωφελημένους τους έλληνες καπιταλιστές, οι οποίοι μέσα στην κρίση είδαν το λόγο των εισοδημάτων τους προς αυτά των μισθωτών να αυξάνονται κατά 40%, διαμορφώνει μια ρητορική και ένα πρόγραμμα που έχει κατεξοχήν ταξικό χαρακτήρα. Αντιλαμβάνεται πως, περισσότερο και από αυτήν την τωρινή ωφέλεια, οι ‘‘επιχειρηματίες’’ μας ενδιαφέρονται για τα διαρκή αποτελέσματα της μνημονιακής πολιτικής στους μισθούς, τα ωράρια, τις εργασιακές σχέσεις, τις απολύσεις, τις αποζημιώσεις, τις συμβάσεις, το κοινωνικό κράτος: η κατάρρευση κάθε είδους κοινωνικής και εργασιακής προστασίας, η αποδόμηση όλων των αιματηρά κατακτημένων δικαιωμάτων αποτελεί τόσο μεγάλη επιτυχία για τον ελληνικό καπιταλισμό, που ούτε στα πιο προχωρημένα του όνειρα μπορούσε να δει πριν από την κρίση του δημόσιου χρέους. Το ενδιαφέρον των ‘‘πιστωτών’’ συνίσταται κατά βάση στο γεγονός πως το ελλαδικό πειραματόζωο παρέχει στοιχεία με παγκόσμιο ενδιαφέρον και ανοίγει δρόμους για να πορευτεί ο ευρωπαϊκός και διεθνής καπιταλισμός.

Αυτή είναι συνοπτικά η αντίληψη του ζητήματος που ενυπάρχει στα βασικά συνεδριακά κείμενα και τις αποφάσεις του ΣΥΡΙΖΑ. Μια αντίληψη αγκυρωμένη στην μαρξική ιδέα για την προτεραιότητα των ταξικών σχέσεων και της ταξικής πάλης προκειμένου να εξηγηθούν τα κοινωνικά φαινόμενα.

Πρόκειται για ένα στοιχείο που συνιστά το μεγάλο συγκριτικό πλεονέκτημα του κόμματος της ριζοσπαστικής αριστεράς. Κι αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε. Η συγκεκριμένη ανάλυση της κατάστασης είναι απολύτως καθοριστική για το πολιτικό αποτέλεσμα.

Γυρνώντας στην αρχή, λοιπόν, ας θυμηθούμε για άλλη μια φορά —γιατί συνηθίζεται να ξεχνιούνται τα ‘‘βασικά’’— πώς προέκυψε το ελληνικό δημόσιο χρέος και πόσο ταξικό, με την πιο προφανή σημασία της λέξης, είναι.

Το δημόσιο χρέος, ως το συσσωρευμένο στο χρόνο δημόσιο έλλειμμα, προέρχεται από το γεγονός πως τα δημόσια έσοδα υστερούσαν επί δεκαετίες έναντι των δαπανών. Κι ενώ οι τελευταίες ήταν σχεδόν στο μέσο επίπεδο της ΕΕ, ως προς τα έσοδα το ελληνικό καπιταλιστικό κράτος υπολείπονταν σε ακραίο βαθμό. Στη δεκαπενταετία πριν από την κρίση τα έσοδα του ελληνικού κράτους ήταν κατά 7 μονάδες του ΑΕΠ χαμηλότερα από το μέσο όρο της ΕΕ, ενώ ειδικά ως προς τα φορολογικά έσοδα η απόκλιση προσέγγιζε το 10%! Πού οφείλονταν αυτές οι προκλητικές υστερήσεις; Μεταξύ άλλων, στο γεγονός πως το κεφάλαιο υποφορολογούνταν με πραγματικό φορολογικό συντελεστή 16.5%, όταν ο αντίστοιχος στην ΕΕ ήταν 27.5%. Και, επιπλέον, σε μια πολύ γενναιόδωρη στάση απέναντι σε μια ευρεία κατηγορία εργοδοτών κάθε μεγέθους και αυτοαπασχολουμένων, που φοροδιέφευγαν ασυστόλως παρέχοντας στην ηγεμονική τάξη τα αναγκαία, για την κυριαρχία της, κοινωνικά στηρίγματα.

Με δυό λόγια, ο ακραία εκμεταλλευτικός χαρακτήρας του ελληνικού κεφαλαίου βρίσκεται στη ρίζα και του προβλήματος του δημόσιου χρέους. Και σήμερα εκμεταλλεύεται το πρόβλημα που δημιούργησε προκειμένου να διαμορφώσει την κοινωνική έρημο, η ύπαρξη της οποίας είναι αναγκαία για την επιδιωκόμενη από μέρους του κερδοφορία.

Αν δεν καταλαβαίνουμε με αυτόν τον τρόπο τα πράγματα, είναι αδύνατο, νομίζω, να αντιμετωπίσουμε τον πραγματικό εχθρό. Ο οποίος είναι, πρώτα απ’ όλα, εντός. Η αναγνώριση αυτού του γεγονότος δίνει στον αγώνα των εργαζομένων και των λαϊκών τάξεων, ευρύτερα, το αντικαπιταλιστικό περιεχόμενο, χωρίς το οποίο εύκολα μπορούμε να στρατευτούμε σε αντικατοχικές ή αντιαποικιακές προσπάθειες κυνηγιού ανεμόμυλων και να χάσουμε από την οπτική μας την αληθινή σύγκρουση, αυτήν για την οποία ο πολύς Γουόρεν Μπάφετ λέει πως «είναι η δική [του] τάξη που νικάει».  



Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2013

Καμιά θυσία για το ευρώ; Όχι ακριβώς. Ούτε ψωμί ούτε νερό για τους αριστερούς Ψευτοθόδωρους! Έτσι ακριβώς!




Στη ‘‘φιλολογία’’ που αναπτύχθηκε μετά την (επιεικώς) ατυχή από πολλές απόψεις πρόσφατη ομιλία τού Αλέξη Τσίπρα στο Συνέδριο με θέμα «Μπορεί να σωθεί η Ευρωζώνη;» που διοργάνωσε το Πανεπιστήμιο του Τέξας, είδαμε πάλι να γίνεται λόγος για το σύνθημα «καμιά θυσία για το ευρώ». Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που αυτό το πολύπαθο —αν και προβληματικό κατά βάση[1]— σύνθημα ανακαλείται «εκ της εφεδρείας» για να χρησιμοποιηθεί ως ‘‘όπλο’’ στη διαμάχη που διεξάγεται εντός τού ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με το νομισματικό ζήτημα. Ήταν όμως μία από τις λίγες φορές που η ανάσυρσή του δεν έγινε με πρωτοβουλία τής αριστερής πτέρυγας του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά τών λεγόμενων αριστερών ευρωπαϊστών του: σε αυτούς εντάσσεται χωρίς καμία αμφιβολία ο Θόδωρος Παρασκευόπουλος (ΘΠ), ο οποίος και πρωταγωνίστησε στην επιχείρηση ανάσυρσης, αναφερόμενος στο συγκεκριμένο σύνθημα σε πρόσφατο άρθρο του («Ανέτρεψε ο Τσίπρας την πολιτική τού ΣΥΡΙΖΑ;»).

Απολύτως αναμενόμενα για αριστερό ευρωπαϊστή,[2]  ο ΘΠ δεν ανέσυρε αυτούσιο το σύνθημα αλλά ‘‘πειραγμένο’’. Διότι ισχυρίστηκε στο άρθρο του, στην ξεχωριστή ενότητα υπό τον τίτλο «Ολόκληρο το σύνθημα δεν βολεύει»:

Μια πτυχή αυτής της μομφής [Σημ. συντ.: δηλαδή πως ο Τσίπρας ανέτρεψε την πολιτική τού ΣΥΡΙΖΑ] είναι ότι ο Τσίπρας, λέγοντας ότι η Ελλάδα με αριστερή κυβέρνηση δεν θα φύγει εθελοντικά από την ευρωζώνη, εγκαταλείπει το προεκλογικό σύνθημα του ΣΥΡΙΖΑ: «Καμιά θυσία για το ευρώ!». Συνήθως, βέβαια, αυτή η κριτική παραλείπει το δεύτερο μέρος εκείνου του συνθήματος που ήταν: «Καμιά αυταπάτη για τη δραχμή!». Ο λόγος είναι εύκολα αντιληπτός: η κριτική πηγάζει από τη θέση ότι η Ελλάδα έτσι κι αλλιώς πρέπει να αποχωρήσει από την ευρωζώνη και να ακολουθήσει μοναχική πορεία· ολόκληρο το σύνθημα, λοιπόν, δεν βολεύει.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι ένα ολοστρόγγυλο και ασύστολο ψέμα. Δεν υπάρχει κανένα «δεύτερο μέρος» τού συνθήματος που τάχα παραλείπεται! Εκείνο που υπάρχει είναι η αναλυτική επισήμανση ομοϊδεατών τού ΘΠ, βάσει τής οποίας το σύνθημα αποκτά την πληρότητά του αν ταυτόχρονα υπενθυμίζεται πως δεν πρέπει να τρέφουμε καμία αυταπάτη ότι η επιστροφή σε εθνικό νόμισμα θα λύσει από μόνη της και αυτομάτως το κοινωνικό πρόβλημα κατά τον τρόπο που επιδιώκει η Αριστερά.[3] Αυτό όμως δεν έχει την παραμικρή σχέση με το ‘‘κατόρθωμα’’ του ΘΠ: απ’ όσο γνωρίζουμε, είναι ο πρώτος που πλαστογραφεί εν ψυχρώ συλλογικές αποφάσεις τού ΣΥΡΙΖΑ, έχοντας μάλιστα το θράσος, θράσος ανώτερο κι από αυτό που θα επεδείκνυαν χίλιοι πίθηκοι μαζί, να καταλογίζει σε όσους εξ αριστερών υπενθυμίζουν το ίδιο σύνθημα τη δική του άθλια πράξη τής παραχάραξης!

Παρά την καραμπινάτη λαθροχειρία, ρουθούνι δεν άνοιξε και κιχ δεν ακούστηκε! —αντίθετα: οι ομογάλακτοι σύντροφοι του ΘΠ (η γνωστή και μη εξαιρετέα παρέα τού Red Notebook) έσπευσαν να μη χάσουν και αναδημοσίευσαν το άρθρο τού Ψευτοθόδωρου Παρασκευόπουλου…[4] Πουθενά δεν πήρε το μάτι μας να γραφτούν έστω και δυο αράδες που να επισημαίνουν και να στηλιτεύουν την πλαστογράφηση.  Και καλά, από τους ‘‘μπολσεβίκους’’ τού ΣΥΡΙΖΑ δεν περιμέναμε και πολλά. Εξ άλλου, εσχάτως, έχουν σημειώσει τόσο υψηλές επιδιώξεις στις παραχαράξεις συνεντεύξεων και ομιλιών που η μονταζιέρα του Μουρούτη κινδυνεύει να θεωρηθεί απαρχαιωμένη.[5] Αλλά ούτε οι ‘‘μενσεβίκοι’’ να μην αρθρώσουν ούτε ένα ιώτα; Τι φοβούνται; Μην τους πουν διασπαστές; Όταν σπεύδουν να αναδημοσιεύουν ακόμα και τη μεγαλύτερη ανοησία τού Δελαστίκ, πώς και δεν το φοβούνται;

Εν πάση περιπτώσει, κάτι οι αναλύσεις των αριστερών ευρωπαϊστών που επιμένουν να μας υπενθυμίζουν την αλφαβήτα (δραχμή δεν σημαίνει σοσιαλισμός), κάτι οι πλαστογραφήσεις που εγκαινίασε ο ΘΠ, πολλοί καλόπιστοι —αλλά όχι ενημερωμένοι και σίγουρα όχι επαρκώς υποψιασμένοι για τα αριστερά ‘‘τερτίπια’’— οπαδοί, υποστηρικτές και φίλοι τού ΣΥΡΙΖΑ κινδυνεύουν να πιστέψουν ότι στα κομματικά ντοκουμέντα το σύνθημα έχει καταγραφεί όντως ως «καμιά θυσία για το ευρώ – καμιά αυταπάτη για τη δραχμή». Γι’ αυτό και κλείνουμε το σημερινό σημείωμα με μια σύντομη αναδρομή στο ιστορικό του.

Η πρώτη φορά που το σύνθημα «καμιά θυσία για το ευρώ» (έτσι, νέτο σκέτο!) κάνει την εμφάνισή του σε ανωτάτου επιπέδου κομματικά ντοκουμέντα τού ΣΥΡΙΖΑ είναι στην απόφαση της Πανελλαδικής Συντονιστικής Επιτροπής που συνεδρίασε την Κυριακή 6 Νοεμβρίου τού 2011. Η πρόταση για την υιοθέτηση του συνθήματος προήλθε από την ΔΕΑ και κατατέθηκε από τον Αντώνη Νταβανέλλο. Όπως εύκολα μπορεί να υποθέσει κανείς, το σύνθημα προξένησε ‘‘ξινίλες’’ τόσο στους δεξιούς όσο και στους αριστερούς ευρωπαϊστές τού ΣΥΡΙΖΑ. Είναι χαρακτηριστικό ότι από την πρώτη κατηγορία τη δυσαρέσκειά του εξέφρασε ο Δημήτρης Παπαδημούλης με άρθρο του ελάχιστες ημέρες μετά τη δημοσιοποίηση της απόφασης —δυστυχώς δεν μπορώ να το εντοπίσω, αν και έχω αναφερθεί σε αυτό, παραθέτοντας και link,  σε κάποια παλιά ανάρτηση. Λίγο αργότερα, ακολούθησε και ο Νίκος Παππάς, αριστερόστροφος ευρωπαϊστής αυτός, επίσης με άρθρο του.

Έκτοτε, παρά τις ‘‘ξινίλες’’, το σύνθημα «καμιά θυσία για το ευρώ» (επαναλαμβάνουμε προς εμπέδωση: έτσι, νέτο σκέτο!) δεν απουσιάζει από κανένα επίσημο ‘‘υψηλό’’ ντοκουμέντο τού ΣΥΡΙΖΑ (με μία εξαίρεση). Μπορεί κανείς να το δει στην υπερψηφισμένη κατά την Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του περσινού Δεκεμβρίου Διακήρυξη «Τι είναι και τι θέλει ο ΣΥΡΙΖΑ – ΕΚΜ» (6. Οι προγραμματικοί μας στόχοι, σημείο 3).[6] Μπορεί να το δει στις Θέσεις τής Κεντρικής Επιτροπής προς το Ιδρυτικό Συνέδριο (Οι προγραμματικοί μας στόχοι, σημείο 3). Και μπορεί να το δει ακόμα και στη ‘‘στρογγυλεμένη’’ Πολιτική Απόφαση του Ιδρυτικού Συνεδρίου (στ´. Οι προγραμματικοί μας στόχοι, σημείο 13.2).

Απευθυνόμενοι πλέον στα μέλη, τους οπαδούς και τους φίλους τού ΣΥΡΙΖΑ, ας κλείσουμε οριστικά το σημερινό σημείωμα με αυτά τα τελευταία λόγια:

Σας τα είπαμε, σας τα δείξαμε και σας τα αποδείξαμε. Τα συμπεράσματα όλα δικά σας. Όπως και οι ευθύνες…

≈≈≈≈≈


[1] Όπως έχουμε ισχυριστεί κατ’ επανάληψη: Η συγκεκριμένη διατύπωση, πάσχει σε δύο δομικά σημεία της: Πρώτον, βρίσκεται κατά γελοιογραφικό σχεδόν τρόπο σε απόλυτη αναντιστοιχία με την πραγματικότητα, αφού, από τη μία μεριά,  η παραίτηση ενός κράτους από το εθνικό του νόμισμα συνιστά εκ τών πραγμάτων έναν συμβιβασμό, δηλαδή θυσία, και από την άλλη, συνιστά μία θυσία αποδεκτή κατ’ αρχήν από τον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος διακηρύσσει σε όλους τους τόνους ότι η πρώτη επιλογή του (για πολλά από τα στελέχη του και η μόνη) είναι να επιδιώξει λύση εντός τής ευρωζώνης. Δεύτερον και σημαντικότερο, είναι ένα σύνθημα άκαμπτο και αυτοπεριοριστικό, που δεν βρίσκεται σε αρμονία με την αμφιθυμία και τον αναπτυσσόμενο ευρωσκεπτικισμό μεγάλων στρωμάτων τού ελληνικού λαού, τα οποία έχουν μεν αρχίσει να αμφιβάλουν για το ευρώ, χωρίς όμως και να το απορρίπτουν ακόμα κατηγορηματικά. Σύμφωνα με το παραπάνω σκεπτικό, έχουμε πειστεί προ πολλού ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έπρεπε να είχε υιοθετήσει την αρχική πολύ πιο ‘‘ανοιχτή’’ και απολύτως συμβατή με τις κοινωνικές διεργασίες διατύπωση του Αλέκου Αλαβάνου «το ευρώ δεν είναι ταμπού/φετίχ», διατύπωση που είχε λανσάρει όταν διερχόταν την ευρωσκεπτικιστική του φάση. Προφανώς, όμως, προσωπικοί εγωισμοί και μικροκομματικές σκοπιμότητες και ανταγωνισμοί (καθρέφτη καθρεφτάκι μου, ποιος είναι πιο αριστερός από μένα;) δεν επέτρεψαν κάτι τέτοιο…

[2] Η πολυσημία και τα λεκτικά ‘‘κορδελάκια’’ είναι διαχρονικό χαρακτηριστικό τού συγκεκριμένου χώρου, αχρείαστη και επαχθής κληρονομιά από τον ΣΥΝ. Είναι γνωστό όμως, τουλάχιστον σε όσους έχουν μάτια και βλέπουν, ότι κανείς δεν φτάνει τις επιδόσεις που σημειώνουν οι αριστεροί ευρωπαϊστές στο συγκεκριμένο ‘‘άθλημα’’…

[3] Φυσικά, παραβιάζουν ανοιχτές θύρες! Η Αριστερά δεν στερείται ανοήτων, το αντίθετο. Δεν έχει όμως υπάρξει ανάμεσά μας κανένας τόσο βλαξ, ώστε να ισχυριστεί ότι η υιοθέτηση εθνικού νομίσματος ισοδυναμεί με πέρασμα στο σοσιαλισμό!

[4] Ως υπερδιεθνιστές, έχουν αναποδογυρίσει τούμπα τη γνωστή ρήση τού Σολωμού («Το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθές»), μετατρέποντάς την σε: «Η Αριστερά πρέπει να μάθει να θεωρεί αληθές ό,τι την εξυπηρετεί»! Ποιοι; Αυτοί οι ορκισμένοι ‘‘αντισταλινικοί’’!

[5] Για την ώρα ονόματα δεν λέμε και υπολήψεις δεν θίγουμε. ‘‘Διασκεδαστικές’’ λεπτομέρειες σε προσεχή ανάρτηση…

[6] Η εξαίρεση: Στην Πολιτική Απόφαση της ίδιας Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης δεν υπάρχει αναφορά στο σύνθημα. Εξαίρεση άνευ σημασίας, αφού αυτό έκανε την επανεμφάνισή του στα ντοκουμέντα τού Ιδρυτικού Συνεδρίου.


Η photo, από το sodahead.com

Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2013

Πεθαμένε ποιητή, στον αιώνα μας, λέγε, τι βλέπεις;





Μ’ όλη μου τη φωνή

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι
(απόδοση Γιάννη Ρίτσου)



Μεις, με τη δόξα, θα λογαριαστούμε αλλιώς
–δικιά μας δα κι αυτή έχει λάχει–
ας γίνει για όλους μας ένα μνημείο κοινό
ο σοσιαλισμός
που εδραιώσαμε στη μάχη.

Απόγονοι,
ελέγξετε καλά τα λεξικά σας :
μες απ’ τη Λήθη
θ’ αναδυθούν
φάσματα λέξεις σαν αυτές:
«πορνεία»,
«φυματίωση»,
«αποκλεισμός», όχι άλλες.

Για σας,
τους σβέλτους
και γερούς, για δες,
ο ποιητής
έγλειψε με τη γλώσσα των πλακάτ
τις φθισικές ροχάλες.
Όσο μακραίνει
των χρόνων η ουρά,
τόσο θα μοιάζω
με τ’ απολιθωμένα εκείνα τέρατα.

Άντε, λοιπόν, συντρόφoι,
να τη διαβούμε πιο γοργά
όση ζωή μάς μένει
με πεντάχρονα.

Τα γραφτά μου
κέρδος δε μου ’φεραν
ούτε ένα ρούβλι για μισό,
ούτε, βεβαίως, από μαόνι
έπιπλα λεία,
κι εξόν από φρεσκοπλυμένο
ένα πουκάμισο,
λόγω τιμής
δεν έχω τίποτ’ άλλο χρεία.
Όταν θα παρουσιαστώ
στου φωτεινού σας
μέλλοντος
την κεντρική επιτροπή
θα ’ρθω, πάνω απ’ τη συμμορία της ποίησης
των πλεονεχτών και σαλταδόρων,
σείων
σα μπολσεβίκικη ταυτότητα
κομματική,
τους εκατό τόμους μαζί
όλων μου των
κομματικών βιβλίων.