Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2012

Γράμμα από τον σύντροφο Владимир Ильич Ульянов (Ленин)!!!


Το γράμμα που θα διαβάσετε το λάβαμε στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο μας το βράδυ τής Κυριακής. Η καθυστέρηση της δημοσίευσής του οφείλεται στις πολύ μεγάλες δυσκολίες τής μετάφρασης, καθώς ήταν γραμμένο στα ρωσικά. Δυσκολίες, που δεν θα μπορούσαμε να υπερβούμε χωρίς την πολύτιμη βοήθεια του товариш Яков Федотович Павлов, για την οποία τον ευχαριστούμε θερμά.




Дорогие товарищи,


Είναι τώρα κάνα-δυο βδομάδες που σας βλέπω να τραβάτε τα μαρτύρια των σκλάβων τού Σπάρτακου και σας λυπάται η ψυχή μου! Έτσι, αποφάσισα να σας γράψω λίγα λόγια, μπας και σας βοηθήσω να ξεφύγετε από αυτόν το φαύλο κύκλο. Από μια άποψη σας το χρωστάω κιόλας, καθώς δεν έχω ξεχάσει το γράμμα που μου είχατε στείλει το Φλεβάρη τού 2010 όπου, μεταξύ σοβαρού και αστείου, ζητούσατε και τη γνώμη μου για το πώς θα αντιμετωπίσετε τα προβλήματα που έχετε στην Ελλάδα και στο οποίο δεν απάντησα ποτέ. (Με την ευκαιρία: Δεν απάντησα ποτέ όχι ασφαλώς γιατί θύμωσα που με βάλατε να παίζω πόκερ —παρεμπιπτόντως να σας πω ότι προτιμώ το ουίστ!— ή γιατί βαρέθηκα ή σας περιφρόνησα, αλλά γιατί δεν έπρεπε να το κάνω! Αυτό είναι δική σας δουλειά! Και στο κάτω-κάτω τι παραπάνω χρειάζεστε από μένα; Έχω γράψει εκατομμύρια λέξεις. Πάρτε τις, ‘‘διαβάστε’’ τις σωστά και εφαρμόστε στην εποχή σας, ό,τι ισχύει για την εποχή σας. Τι απ’ όλα αυτά που σκέφτηκα και έκανα εγώ ισχύει για την εποχή σας, μη περιμένετε από κανέναν άνθρωπο του προπερασμένου αιώνα να είναι σε θέση να το ξέρει —ή να το μάθει— καλύτερα!) 

Κι έρχομαι τώρα στο θέμα μου, σ’ αυτή τη μικρή βοήθεια που θέλω να σας δώσω, καθώς διαισθάνομαι ότι έχετε έρθει σχεδόν σε απόγνωση. Εννοώ βέβαια τις συζητήσεις που κάνετε με ορισμένους κουφιοκεφαλάκηδες συντρόφους τού Κομμουνιστικού Κόμματος εκεί στην Ελλάδα απ’ αφορμή το νεαρό σύντροφο που έφυγε από το κόμμα τους κι έκανε τις πρόσφατες καταγγελίες, ή εκείνη την παλιά ιστορία με τον αρχηγό τής ένοπλης αντίστασης στα χρόνια του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου (ξεχνάω τα ονόματά τους, πράγμα φυσικό αν σκεφτείτε τα 142 χρόνια μου, χώρια τα τέσσερα εγκεφαλικά). Όμως, και πάλι, μη περιμένετε τίποτε ‘‘οδηγίες’’ και ‘‘γραμμές’’ και τα παρόμοια. Είπαμε! Αυτό είναι δουλειά δική σας, των σύγχρονων που ζουν σήμερα, εσείς πρέπει να βγάλετε το φίδι απ’ την τρύπα! Εγώ απλώς θα περιοριστώ να σας θυμίσω μια-δυο περιπτώσεις απ’ την εποχή μου, ώστε, με τη σειρά σας, να τη θυμίσετε κι εσείς σ’ αυτούς —ίσως πιο σωστό θα ήταν να πω να τους την πείτε, να τους πληροφορήσετε, γιατί για μερικούς αμφιβάλλω αν την ξέρουν. Από ’κει και πέρα, ας κάτσουν οι σύντροφοι να σκεφτούν…

Εσείς ξέρετε ασφαλώς το χουνέρι που μας σκάρωσαν οι σ. Κάμενεφ και Ζηνόβιεφ τις παραμονές τής Οκτωβριανής επανάστασης. Επιτρέψτε μου όμως να κάνω μια σύντομη εξιστόρηση.

Στη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής μας, που έγινε στις 10 Οκτωβρίου (με το παλιό ημερολόγιο) στην Πετρούπολη, διαφώνησαν με την πρότασή μου για άμεση ένοπλη κατάληψη της εξουσίας, οι μόνοι από τους 12. Με ψήφους 10 στους 12 λοιπόν πήραμε την απόφαση να προετοιμαστεί το κόμμα για την ένοπλη εξέγερση και ορίσαμε και μια επιτροπή για να συντονίσει την υλοποίηση της απόφασης. Μάλιστα, έχω την υποψία ότι τουλάχιστον ο ένας από τους δύο συντρόφους συμπεριλήφθηκε σ’ αυτή την επιτροπή. Από την επομένη, στις 11 Οκτωβρίου, οι σ. Κάμενεφ και Ζηνόβιεφ άρχισαν να στέλνουν σε όλες τις μεγάλες οργανώσεις μας ένα γράμμα με το οποίο ενημέρωναν τα μέλη μας για τη διαφωνία τους με την ένοπλη εξέγερση και ανέλυαν το σκεπτικό τους. Κρίναμε σκόπιμο, παρά το γεγονός ότι είχαμε πάρει την απόφαση με συντριπτική πλειοψηφία, να ξανασυνέλθει η Κεντρική Επιτροπή, κι αυτή τη φορά μάλιστα διευρυμένη, μια και το ζήτημα ήταν από αυτά που λέμε «ζωής και θανάτου». Το αποτέλεσμα αυτή τη φορά ήταν ακόμα πιο συντριπτικό: 19 ψήφοι υπέρ τής ένοπλης πάλης, 2 κατά. Και πάλι οι δύο κούκοι ήταν οι σ. Κάμενεφ και Ζηνόβιεφ. Αμέσως μετά, ο σ. Κάμενεφ, φουρκισμένος και κατακόκκινος μέχρι τ’ αυτιά, μάς δήλωσε την παραίτησή του από την Κεντρική Επιτροπή κι έφυγε κοπανώντας την πόρτα. Αλλά αυτό δεν ήταν τίποτε μπροστά σε ό,τι θα επακολούθησε και που δεν το περίμενε κανείς μας!

Δύο μέρες μετά, μου φέρνουν εκεί που κρυβόμουνα τις εφημερίδες. Κι ανοίγω τη «Novaya Zhizn» —μια αριστερή εφημερίδα μεν, που δεν την ελέγχαμε όμως εμείς— και τι να δω; Μία επιστολή τού σ. Κάμενεφ, γραμμένη και εξ ονόματος του σ. Ζηνόβιεφ, στην οποία ο αθεόφοβος, ούτε λίγο ούτε πολύ, μάς ξεμπρόστιαζε με το νι και με το σίγμα, γράφοντας ότι ετοιμάζουμε ένοπλη εξέγερση με την οποία, έλεγε, ότι διαφωνούσε γι’ αυτό και γι’ αυτό και τούτο και τ’ άλλο —επαναλάμβανε πάλι όλο το γνωστό τροπάρι του, καταλαβαίνετε.

Μου ήρθε το αίμα στο κεφάλι και είναι θαύμα που δεν έπαθα τότε το πρώτο εγκεφαλικό! Από τα νεύρα μου δε, κοπάνησα μια γροθιά πάνω στο τραπέζι τόσο δυνατή, που μία ωραιότατη πένα, δώρο τής Ναντέζντα από την εποχή που ήμασταν αρραβωνιασμένοι, χοροπήδησε, έφυγε από το τραπέζι και καρφώθηκε στο πάτωμα με τη μύτη —πάει η πένα κι έκανα μήνες μέχρι να μπορέσω να το ξεφουρνίσω στην Κρούπσκαγια, το τι ακούσαμε, κι ο σ. Κάμενεφ κι εγώ, δεν λέγεται, ας είναι.

Αφού συνήλθα κάπως από το σοκ, πιάνω και γράφω ένα γράμμα προς τα μέλη τού κόμματος όπου χαρακτήριζα την ενέργεια των δύο συντρόφων «απεργοσπαστική» και «εγκληματική» και δήλωνα ότι «δεν τους θεωρώ πλέον συντρόφους και ότι θα ζητούσα τη διαγραφή τους από το κόμμα» —μην απορείτε πού τα θυμάμαι όλα αυτά, τα έζησα και γι’ αυτό.

Τι έγινε από όλα τα παραπάνω που πρότεινα; Τίποτε! Αν εξαιρέσουμε βέβαια τη σφοδρή  κριτική που άκουσαν σε μία επόμενη συνεδρίαση της Κεντρικής μας Επιτροπής (στην οποία όμως δεν μπόρεσα να παρευρεθώ) και την αποδοχή τής παραίτησης του σ. Κάμενεφ από την Κεντρική Επιτροπή. Η πρότασή μου πάντως δεν ‘‘πέρασε’’ και σύντομα ήταν μαζί μας κανονικά, κανονικότατα. Να αναφέρω μόνο τούτο: το 1918 ο Κάμενεφ έγινε αρχικά πρόεδρος του Σοβιέτ τής Μόσχας και λίγο μετά αναπληρωτής πρόεδρος στην κυβέρνησή μας, δηλαδή αναπληρωτής δικός μου!

Α όχι, ψέματα! Αξίζει να πω και κάτι άλλο. Στα γράμματα που υπαγόρευσα προς το Συνέδριο, το Δεκέμβρη τού 1922, στις παραμονές τού 12ου Συνεδρίου μας, αυτά τα γράμματα που εσείς στη γη τα αναφέρετε ως τη διαθήκη μου, όπως ξέρετε λέω μερικές σκέψεις για τα εξέχοντα μέλη τής ηγεσίας τού ΚΚΡ (μπολσ.). Ποιες ήταν οι απόψεις μου τότε; Μήπως η αρρώστια μ’ έκανε να γίνω επιπόλαιος και επιφανειακός στη σκέψη, να εγκαταλείψω τη σφαιρική αντιμετώπιση των πραγμάτων και να ξεπέσω στην αντιδιαλεκτική χυδαιότητα; Όχι. Γιατί έλεγα τότε για τους σ. Κάμενεφ και Ζηνόβιεφ:

«[…] το επεισόδιο του Οχτώβρη δεν ήταν, φυσικά, τυχαίο. Αλλά ούτε πρέπει να ριχτεί σε αυτούς το φταίξιμο προσωπικά, […]».

Και συμπλήρωνα τη φράση μου ως εξής:  

«[…] οσοδήποτε περισσότερο απ’ ό,τι [δεν πρέπει να ριχτεί το φταίξιμο προσωπικά] στον Τρότσκι για το μη-Μπολσεβικισμό του».

(Ελπίζω, αν θυμίσετε αυτά τα λόγια μου στους μπουμπουνοκέφαλους συντρόφους που δεν εννοούν να καταλάβουν τι τους λέτε, ν’ ανοίξει κάπως το μυαλό τους και να αρχίσουν να συνειδητοποιούν γιατί το να κάνουμε πάντα διάκριση μεταξύ αντικειμενικού και υποκειμενικού είναι ύψιστης σημασίας καθήκον για κάθε κομμουνιστή.)

Μια και ήρθε ο λόγος στον σ. Τρότσκι, πριν σας αφήσω, να γράψω, δυο λόγια ακόμα γι’ αυτόν —αλλά και το γαμπρό του, τον σ. Μπουχάριν. Όπως ξέρετε, το πρόβλημα που θα μπορούσα να έχω με τον σ. Τρότσκι δεν ήταν μόνο ότι προσχώρησε στο κόμμα μας μόλις το 1917. Ήταν και το ότι, από ένα σημείο και μετά, έκανε κολεγιά με το γαμπρό του και την ομάδα του, την Αριστερή Αντιπολίτευση, και στύλωσαν και οι δύο τα πόδια για τη χωριστή ειρήνη με τους Γερμανούς και μου ψήσανε το ψάρι στα χείλια. Θα μπορούσα λοιπόν να έχω πρόβλημα γι’ αυτά τα θέματα, αλλά δεν είχα. Γι’ αυτό και στη ‘‘διαθήκη’’ μου, που λέτε εσείς, δεν έκρυψα τα προτερήματά τους, μένοντας μόνο στα μειονεκτήματα. Λόγου χάρη, για τον σ. Τρότσκι, εκτός από τα παραπάνω που σας θύμισα ότι είπα για να τον προφυλάξω από τους δικούς μου κουφιοκεφαλάκηδες, μίλησα και για τις «εξαιρετικές του ικανότητες». Και για τον σ. Μπουχάριν δεν δίστασα ούτε στιγμή να γράψω ότι είναι «ο πολυτιμότερος και μεγαλύτερος θεωρητικός τού Κόμματος» αλλά και ο «πιο αρεστός σε ολόκληρο το Κόμμα».

Αγαπητοί σύντροφοι, δεν ξέρω αν το γράμμα μου αυτό θα σας βοηθήσει στο διάλογο που έχετε με τους συντρόφους από το ελληνικό Κομμουνιστικό Κόμμα οι οποίοι διαφωνούν μαζί σας. Πάντως το εύχομαι και το ελπίζω. Κατά τα άλλα, θέλω να σας συστήσω υπομονή, αλλά και ψυχραιμία. Να διατυπώνετε με σαφήνεια τις απόψεις σας, να τις υπερασπίζεστε με θέρμη και πάθος, αλλά και κάπως περισσότερο αποστασιοποιημένα. Πάντα θα υπάρχουν σύντροφοι που, για διάφορους λόγους, αργούν να πάρουν μπρος. Οπότε, φυλάτε τις δυνάμεις σας, μη τις ξοδεύετε αλόγιστα, όπως εγώ. Έχετε χρόνια μπροστά σας κι είναι κρίμα —και ανώφελο!— να πάθετε κανένα εγκεφαλικό κι εσείς, αλλά τόσο νέοι!


С товарищеским приветом, 


  



Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

Λίγα λόγια για τον Γιάννη Μπανιά


Όπως είναι γνωστό από χθες αργά το βράδυ, ο Γιάννης Μπανιάς πέθανε στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός μετά από μια δεύτερη, και σύντομη αυτή τη φορά, μάχη με τον καρκίνο. Άλλοι είναι αρμοδιότεροι να μιλήσουν γι’ αυτόν: οι σύντροφοί του, αυτοί που τον ήξεραν προσωπικά, οι άνθρωποι της γενιάς του σε τελική ανάλυση. Ωστόσο θέλουμε κι εμείς να πάρουμε το λόγο. Για να πούμε τι όμως, ‘‘παιδιά’’ μιας άλλης εποχής εμείς, χωρίς τις εμπειρίες και τα βιώματα, τα ‘‘παράσημα’’ και τις ‘‘πληγές’’, τη διαδρομή με μια λέξη ανθρώπων όπως ο Γιάννη Μπανιάς; Εκ των πραγμάτων δεν έχουμε να πούμε πολλά. Έχουμε όμως την πεποίθηση ότι, όσο λίγα κι αν είναι, έχουν τη σημασία τους.

Για μας, από τότε που αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε κάπως την πρόσφατη ιστορία τής ελληνικής πολυδαίδαλης Αριστεράς και να ‘‘γνωρίζουμε’’ πρόσωπα και πράγματα, ο Γιάννης Μπανιάς εκπροσωπούσε το κομμάτι εκείνο τών παλιών αριστερών που η όποια ‘‘αιρετικότητά’’ τους απέναντι στους σοσιαλισμούς τού εικοστού αιώνα, ακόμα και στις περιστάσεις που εκδηλωνόταν με έντονο ή απόλυτο τρόπο, δεν τους έσπρωξε στο λάθος να πετάξουν το ‘‘μωρό’’ μαζί με τα απόνερα —ή και την ίδια τη σκάφη! Αυτό ήταν το συμπέρασμα που έχουμε βγάλει από τη διαφωνία του για τη μετεξέλιξη του παλιού ΚΚΕ εσωτερικού σε ΕΑΡ και την πρόδηλη αποκομμουνιστικοποίηση του ρεύματος που ονομάστηκε ανανεωτική αριστερά, αλλαγή που, βέβαια, σηματοδοτούσε και την αποϊδεολογικοποίησή του, ιδίως μετά την κατάρρευση του ’89 – ’91.

Η υπόθεση αυτή τού κριτικού αναστοχασμού τού παρελθόντος, η διερεύνηση του τι κρατάει και τι πετάει κανείς απ’ αυτό, δεν είναι τόσο εύκολη δουλειά όσο δείχνει η μεταφορά τού ‘‘μωρού’’. Στην πραγματικότητα είναι το ακριβώς αντίθετο: μια βασανιστική και εξουθενωτική πορεία σε δύσβατα και συχνά απρόσιτα μονοπάτια που, συχνά, μοιάζει με περιήγηση στη δυστοπία τής ανθρώπινης τραγωδίας. Έχουμε όμως την εντύπωση ότι αυτή την πορεία δεν την εγκατέλειψε ποτέ ο Γιάννης Μπανιάς. Μπορεί να ξεστράτισε, μπορεί να χάθηκε κάποιες φορές στη διαδρομή, μπορεί κάποτε να πέρασε το φώς που φαινόταν στην άλλη άκρη τού τούνελ για την έξοδό του, ενώ δεν ήταν παρά το άλλο τρένο που ερχόταν ολοταχώς (ποιος ‘‘αναμάρτητος’’ μπορεί να τον λιθοβολήσει γι’ αυτά;), όμως την πορεία δεν την εγκατέλειψε. Ακόμα κι αν ήξερε —που ήξερε— ότι τα χρόνια που πέρασαν από την αρχή τής προσπάθειας ήταν πολλά και τα αποτελέσματα λίγα, η πίστη του στη διατήρηση αυτού τού περίφημου Κ —το πάπλωμα τού καβγά που χώρισε στα δύο το παλιό ΚΚΕ εσωτερικού— δεν πρέπει να τον εγκατέλειψε ποτέ. Και μπορεί ενδεχομένως για κάποιους από τους συντρόφους του αυτό που διαβάζουμε κάθε Κυριακή κάτω από τον τίτλο τής «Εποχής» («Για την κομμουνιστική ανανέωση, για το σοσιαλισμό») να μην είναι τίποτε περισσότερο από μια ξεθωριασμένη επιγραφή σε έναν χορταριασμένο τάφο, αλλά πιστεύουμε πως γι’ αυτόν δεν ήταν ούτε για μια στιγμή κάτι τέτοιο.

Μάλλον ήταν αυτό το καλάμι που, όπως ακούσαμε σήμερα στο Κόκκινο 105.5 να διηγείται ένας παλιός του σύντροφος, υποστήριζε από παλιά —εκεί, στη δεκαετία τού ’80 και στα πρώτα μαύρα χρόνια μετά τη σοσιαλιστική κατάρρευση— ότι έπρεπε να διατηρήσουμε, προκειμένου να συνεχίσουμε ίσα-ίσα να αναπνέουμε κάτω από το νερό, ίσα-ίσα να συντηρήσουμε ζωντανό το όραμα της πανανθρώπινης χειραφέτησης και συναδέλφωσης, μέχρι να περάσει η μπόρα και να γυρίσει πάλι ο καιρός… 

Καλό ταξίδι, σύντροφε. Και καλή λευτεριά!


ΥΓ  Έγραψα πριν ότι άλλοι τον ήξεραν προσωπικά κι όχι εμείς. Υπάρχει όμως ένας από εμάς που είχε την ευκαιρία πριν λίγα χρόνια να τον γνωρίσει κάπως. Ήταν σε μία ανοιχτή πολιτική εκδήλωση της ΑΚΟΑ. Εκεί είχε ‘‘καβγαδίσει’’ για κάποιο ζήτημα με μερικούς συντρόφους του. Στο κλείσιμό του ο Γιάννης Μπανιάς είχε σπεύσει να τον δικαιολογήσει και να τον ‘‘προστατέψει’’ κατά κάποιο τρόπο. Και μετά, όταν ο δικός μας πήγε να τον χαιρετήσει και να τον ευχαριστήσει, δίνοντας και κάποιες ‘‘εξηγήσεις’’ για την έντονη διαφωνία του, αφού συζήτησαν για λίγο, γύρισε στο τέλος και του είπε: «Λέμε να πάμε για κάνα κρασί. Είσαι; Κερνάει η ΑΚΟΑ.»

Κυριακή, 25 Μαρτίου 2012

Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2012

Από τις ημέρες Βαϊμάρης τού Αντώνη, στις ημέρες τού ’36 του Μίμη!

ΟΜΟΛΟΓΟΥΜΕ ότι από τη στρατιά τών σύγχρονων αποστατών τής Αριστεράς, ο Μίμης Ανδρουλάκης μάς είναι ο πιο απεχθής· κι αυτό παρά το γεγονός ότι στα μάτια μας φαντάζει, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, γελοίος. Ένας πραγματικός πολιτικός τζουτζές (= γελωτοποιός) που, όσο και να το μη το θέλουμε, η Αριστερά τον λούζεται εν μέρει, αφού πέρασε για κάποια φεγγάρια από αυτήν, και μάλιστα ως το αγαπημένο ‘‘παιδί’’ τού Χαρίλαου Φλωράκη! Πώς πέρασε ένας τέτοιος απίθανος τύπος από την Αριστερά;


Ξερόλας, εξυπνάκιας, στρεψόδικος, φανφαρόνος πέραν κάθε φαντασίας, μαιτρ της τέχνης τού πώς να κενολογεί και να δίνει την εντύπωση στην αφελή πλειοψηφία ότι καινολογεί, δημαγωγός, αδίστακτος διαστρεβλωτής τής αριστερής θεωρίας για να στηρίξει τις ξεδιάντροπες δηλώσεις του ότι παραμένει κομμουνιστής (πλην όμως σύγχρονος!), ειδικός στη θεωρητική τιποτολογία, η οποία ως τιποτολογία δεν επιδέχεται διάψευση, και ‘‘μανούλα’’ στο να βγάζει την ουρά του έξω από οποιαδήποτε μετρήσιμη πράξη, μας δίνει την εντύπωση ότι ο βαθύτερος λόγος που πέρασε από την Αριστερά —κατά τη διάρκεια της χούντας και μέχρι τα πρώτα χρόνια του ’90— δεν μπορεί τελικά να ήταν άλλος από την κοινωνική μετεγγραφή του σε ανώτερη ομάδα από αυτήν στην οποία τον ενέτασσε η ‘‘ταπεινή’’ καταγωγή τού τσαγκάρη πατέρα και της μοδίστρας μητέρας. Ψυχολογισμοί τού πληκτρολογίου θα πείτε ενδεχομένως μερικοί κι όσο κι αν θέλουμε να τους αποφεύγουμε, δεν μπορούμε να ισχυριστούμε πως δεν είναι και έτσι. Όμως, πόσο εύκολο είναι να μην υποκύψει κανείς στον πειρασμό, όταν παρακολουθεί αυτήν την πλήρως διαστρεβλωμένη ευφυΐα να μη μπορεί να τηρήσει ούτε καν το μέτρο τής ξετσιπωσιάς, κι από την άλλη σκέφτεται πως κάποτε υπήρξε το ‘‘enfant terrible’’ τού ΚΚΕ;…    


ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ κατόρθωμα αυτού τού σύγχρονου ‘‘Αλκιβιάδη’’ (πέρασε και δεν ακούμπησε!): Να καταθέσει το δική του ‘‘πολύτιμο’’ εισφορά στην επιχείρηση κατατρομοκράτησης του ελληνικού λαού. Βέβαια δεν είναι η πρώτη φορά που το κάνει. Είναι όμως η πρώτη φορά που εντελώς ξεδιάντροπα, εν όψει εκλογών, επισείει —και αυτός!— τον κίνδυνο μιάς φασιστικής δικτατορίας, αν ο λαός δεν ρίξει τα κουκιά του στις συνεπείς αντιφασιστικές δυνάμεις της χώρας: το ΠΑΣΟΚ ή τη Νέα Δημοκρατία! Έτσι, ήρθε να ‘‘κουμπώσει’’ με τον Αντώνη Σαμαρά και τα όσα είχε πει εκέινος τις παραμονές της ψηφοφορίας στη Βουλή για τη νέα δανειακή σύμβαση (PSI κ.λπ.), μιλώντας στην ΚΟ της Νέας Δημοκρατίας. Με μία διαφορά: Ο Σαμαράς επέλεξε να θυμίσει τότε τις ημέρες τής Βαϊμάρης. Ο Ανδρουλάκης έφερε το σκιάχτρο τού φασισμού πιο κοντά. Μας θύμισε τις ημέρες τού ’36 και την Ελλάδα τού Μεταξά!

Αυτό ήταν το ζουμί τής χθεσινής του παρουσίας στο ΒΗΜΑ FM, έναν ακόμα ραδιοφωνικό σταθμό στον οποίο έχει ‘‘πιάσει στασίδι’’, και της συζήτησής του με τους γίγαντες της αντιφασιστικής (αντιαριστερής) δημοσιογραφίας Νότη Παπαδόπουλο και Βασίλη Χιώτη. Απομαγνητοφωνήσαμε τα σχετικά σημεία και σας τα παραθέτουμε. Θαυμάστε τον:

Μ. ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΗΣ:
Αλλά εδώ θα σας πω κάτι άλλο: Θυμηθείτε ότι ο Βενιζέλος, το ’χουμε ξαναπεί εδώ, έκανε τη χρεοκοπία. Δηλαδή, ήπιε κι ο Ελευθέριος Βενιζέλος το πικρό ποτήρι τής χρεοκοπίας και πήγαμε στις εκλογές τού ’36. Έχουν γίνει τα κινήματα, ο Βενιζέλος είναι στο Παρίσι…

[…]

Λοιπόν! Προσέξτε τώρα. Επειδή πάμε για εκλογές θέλω να τ’ ακούσουν καλά οι ακροατές […] Θα σου πω τώρα [για] τις εκλογές τού ’36. Για να βάλουμε μυαλό οι Έλληνες, να ’χουμε φρόνηση, γιατί πολλές εκλογές μάς έχουν καταστρέψει!

[…]

Αλλά θα σας πω [για] τις άλλες εκλογές. Σκεφθείτε τώρα ότι γίνονται το ’36 εκλογές, το Γενάρη,… κι αν η μνήμη μου με βοηθά, όπως λέμε τώρα, προσέξτε τα αποτελέσματα των εκλογών —περίπου: […] Οι Φιλελεύθεροι του Σοφούλη παίρνουν 37,5%, […] το Λαϊκό τού Τσαλδάρη, δηλαδή το δεξιό κόμμα, πήρε 22(;). Δηλαδή αποτελέσματα που θυμίζουν και σημερινά, μπορεί να τα βγάλει κι η κάλπη [τώρα]. […] Το Ριζοσπαστικό το λεγόμενο —Κονδύλης, Θεοτόκης, Ράλλης—, δεξιό κι αυτό, 19(;), δεν θυμάμαι τώρα, τόσο… Το ΚΚΕ πήρε 5,5 – 5,4… Ο Δημοκρατικός Συνασπισμός, που ήτανε Καφαντάρης, Παπαναστασίου, Γεώργιος Παπανδρέου, δεν θυμάμαι τώρα, μικρό ποσοστό, ένα 10%, ξέρω ’γω, δεν θυμάμαι… Οι Ελευθερόφρονες του Μεταξά πήραν 3,9… προσέξτε: 3,9 —αυτό είμαι σίγουρος, αυτό το θυμάμαι πάντα σ’ όλη μου τη ζωή… Το Μεταρρυθμιστικό τού Γκοτζαμάνη πήρε ένα μικρό ποσοστό, οι αγρότες τού Στεφανόπουλου,… οι αγρότες τού Μυλωνά,… η Παλαιοδημοκρατική Ένωση. Προσέξτε! Μπήκανε 10 κόμματα στη Βουλή. Έτσι πήγαμε στην 4η Αυγούστου, στη δικτατορία, στη μεγάλη καταστροφή. Δηλαδή, αυτό πρέπει να μας διδάξει. Δεν μπόρεσαν τα δημοκρατικά κόμματα να συνεργαστούν, από ακραίες πτέρυγές τους, και ήρθε η δικτατορία, πήρε ο Μεταξάς την εξουσία με το 3,9.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΙ:
 –Τι φοβάσαι δηλαδή τώρα; Ότι μπορεί να πάμε σε 10 κόμματα;
–Αν δεν μπορέσουν να συνεννοηθούν σου λέει τα κόμματα…

Μ. ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΗΣ:
Το χάος, αυτό που ξέρουνε οι ξένοι που λένε πολιτικό ατύχημα στην Ελλάδα… το χάος… η ακυβερνησία… Εντάξει, όλοι είμαστε… θέλουμε να εκραγούμε από το θυμό διότι ζούσαμε σε μία φούσκα και αυτή τη στιγμή πέφτει πάνω στα κεφάλια μας, αλλά μας ενδιαφέρει από το κακό να μη πάμε στο χειρότερο, στην καταστροφή. Δηλαδή όλοι πρέπει να ’χουμε φρόνηση, σας λέω το αποτέλεσμα των εκλογών, μη σας πω κι άλλα αποτελέσματα, [άλλων εκλογών].

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΙ:
–Ναι, αλλά εγώ βλέπω εδώ πέρα ότι η Νέα Δημοκρατία με το ΠΑΣΟΚ μια χαρά συνεργάζονται! Δεν έχουμε παραδείγματα της εποχής τού Σοφούλη…

Μ. ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΗΣ:
Και τότε ματαιώθηκαν οι συνεργασίες από ακραίες… Μα μη ξεχνάς ότι και τότε υπήρξε συνεργασία τού Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας —αυτά να τα βλέπουν οι σύντροφοί μου οι σημερινοί— με τους Φιλελεύθερους του Σοφούλη, δηλαδή με το μεγάλο αστικό κόμμα, το Φιλελεύθερο, για να αναχαιτίσουν την πορεία προς τη δικτατορία και υπαναχώρησαν —το περίφημο σύμφωνο Σοφούλη – Σκλάβαινα— και υπαναχώρησαν οι Φιλελεύθεροι. Δηλαδή, υπήρξαν προσπάθειες να σωθεί η Ελλάδα, να μη γλιστρήσει στη δικτατορία κ.λπ., αλλά δεν ευοδώθηκαν. Δεν λέω ότι οι αναλογίες με το σήμερα μπορεί να είναι εφικτές, αλλά είναι ένα μάθημα της Ιστορίας.

Οι εκλογές τού ’46. Οι άλλες εκλογές που το μεταβενιζελικό κέντρο ήταν δέκα κομμάτια, ας πούμε. Φαντάσου τώρα οι εκλογές τού ’50… ήτανε πέντ’-έξι κόμματα, τα μεταβενιζελικά. Δηλαδή βαρόνοι… Δεν πρέπει να πάμε σε τέτοιες καταστάσεις. Η χώρα χρειάζεται μεγάλους σχηματισμούς, χρειάζεται μία κυβέρνηση είτε της κεντροαριστεράς, για την οποία αγωνίζομαι εγώ —με εθνική συνεννόηση βεβαίως, με εθνική συναίνεση—, είτε μία κυβέρνηση της κεντροδεξιάς, που αγωνίζονται άλλοι.

ЖΟЖΟЖΟЖΟЖ


ΤΩΡΑ ΛΟΙΠΟΝ, ξέρετε. Αν θέλετε να αποφύγετε τη Σκύλλα τού ναζισμού, χωρίς όμως και να πέσετε στη Χάρυβδη του φασισμού, επιλέξτε …κέντρο. Δεξιόστροφο ή αριστερόστροφο δεν έχει την παραμικρή σημασία. Κέντρο να ’ναι, κι ό,τι να ’ναι!


ΥΓ Μόλις με πληροφόρησαν ότι στο χθεσινό κεντρικό δελτίο του MEGA ο Παύλος Τσίμας επέκρινε τις απόψεις Ανδρουλάκη ως πολύ υπερβολικές. Ποιος; Ο Παύλος ο Τσίμας! Μέχρι κι αυτός, ο ψυχή τε και σώματι ταγμένος στην κεντροαριστερά, ένιωσε την ανάγκη να επισημάνει τις διαφανών προθέσεων ανοησίες τού Ανδρουλάκη. Τι χρεία άλλων μαρτύρων έχουμε;


Η photo, από το press-gr.blogspot.com. Τα γιαούρτια (συμβολικά, μη σας μπαίνουν τίποτε ιδέες! ;-) ), δικά μας.

Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2012

Αχός βαρύς ακούγεται, πολλά ντουφέκια πέφτουν: να διαδηλώσουμε στις 25 Μαρτίου, ή να μη διαδηλώσουμε;



Τι ’χες (αριστερέ) Γιάννη, τι ’χα πάντα! Να ‘‘σκοτώνομαι’’ με τον (επίσης αριστερό) Γιώργη περί διαφόρων θεωρητικών ή πρακτικών ζητημάτων, στρατηγικού ή τακτικού χαρακτήρα και γενικά επί παντός επιστητού. Εξέχουσα θέση σε όλες αυτές τις αφορμές για καβγάδες το λεγόμενο εθνικό ζήτημα, δηλαδή η διαλεκτική σχέση εθνικού και ταξικού στοιχείου που αναδύεται κάθε λίγο και λιγάκι με αυτή ή την άλλη αφορμή. Το οποίο βεβαίως και έρχεται από το βάθος τού προπροηγούμενου αιώνα, βεβαίως και είναι ‘‘ζόρικο’’, αλλά συχνά, και ιδίως τις τελευταίες δύο-τρεις δεκαετίες, δεν αποτελεί κατά βάθος παρά μόνο πρόσχημα για να διευκολυνθεί η ‘‘επίλυση’’ τού εξής προβλήματος: Πώς να δικαιολογήσω την ύπαρξή μου, από τη στιγμή που αδυνατώ να εκπληρώσω την κύρια αποστολή και καθήκον να ξεδοντιάσω το θηρίο τού καπιταλισμού στην (όποια) χώρα μου![1] Και βέβαια, πώς να συνεχίσω να διατηρώ τις διαχωριστικές γραμμές οι οποίες, σε τελική ανάλυση, μου επιτρέπουν να πετάω τη μπάλα στην εξέδρα και να λέω στο ‘‘πόπολο’’: «Τι να σας κάνω; Οι άλλοι έχουν λάθος απόψεις, κι εσείς δεν μου δίνετε την πλειοψηφία. Γίνεται να τα βγάλω πέρα μόνος μου;».

Η νέα ‘‘πτυχή’’ τού εθνικού ζητήματος

Εν όψει τών παρελάσεων και των εορτασμών για την επέτειο της 25ης Μαρτίου 1821, εθνικιστικοί κύκλοι, ακροδεξιοί διαφόρων αποχρώσεων, οργανώσεις εφέδρων τών Ειδικών Δυνάμεων και γενικά όλη αυτή η ‘‘ελληνική σαλάτα’’ πρόλαβαν και με μία κίνηση τούκα προ, έριξαν το σύνθημα της αξιοποίησης της επετείου για να εκδηλώσει ο λαός την αντίθεσή του στη «νέα κατοχή των μνημονίων και στους πουλημένους πολιτικούς». Από κοντά κι ο «Στόχος» (στόκος) με σημειολογικά κι όχι μόνο καλέσματα σε νέες ‘‘εθνοσωτηρίους επαναστάσεις’’. Κι αμέσως, ω, αμέσως…

Αμέσως, «ταραχή έπεσε στον κόσμο, και το σανίδωμα υποχώρησε από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου»!

Το χορό άνοιξε ο «Ριζοσπάστης» με ένα δημοσίευμα υπό τον τίτλο «Οσμή προβοκάτσιας στις 25 του Μάρτη;», με το οποίο, εμμέσως πλην σαφώς, μας συνιστούσε για την ερχόμενη Κυριακή να την κάνουμε με πλάγια πηδηματάκια και να πάμε για κανένα 5 Χ 5! —οι μεγαλύτεροι για κανένα ουζάκι (ή τσίπουρο για μερικούς-μερικούς, ονόματα δεν λέμε και υπολήψεις δεν θίγουμε… ;-) ). Όπως ήταν αναμενόμενο, το άρθρο έκανε το γύρο τού διαδικτύου και αναπαράχθηκε. Όμως, κατά κύριο λόγο αναπαράχθηκε επιδοκιμαστικά σε διάφορα blogs, ακόμα και σε blogs αντι-κουκουέδικα! (Μην κοιτάτε που εμείς το παραδεχόμαστε. Όλοι ασπάζονται το απόφθεγμα του Τενγκ «άσπρη γάτα, μαύρη γάτα, αρκεί να πιάνει ποντίκια». Πρώτοι και καλύτεροι οι φίλοι μας της ΕΟΣ. Ακόμα και κατ’ εξοχήν υπερασπιστές τής Ηθικής, όπως ο φίλος μας ο Λασκαράτος. Μέχρι και αντιφασίστες που εμάς μας θεωρούν φασιστόμουτρα, ακριβώς επειδή εκτιμούν ότι ‘‘κουκουεδοφέρνουμε’’! Χαμός! ;-) )

Προβοκάτσια, αλλά τι είδους προβοκάτσια;

Δεν είμαστε κι ο Σαραντάκος, αλλά έχουμε την ισχυρή εντύπωση ότι οι πρωταρχικές σημασίες αυτής της λέξης είναι δύο:

1) Ο αντίπαλος μεταμφιεζόμενος σε φίλο («ένας από εμάς»), προβαίνει σε ενέργειες ξένες προς τη δική σου αντίληψη που σε εκθέτουν και

2) Ο αντίπαλος σε παγιδεύει και σε παρασύρει πια εσένα τον ίδιο σε πράξεις (ή κινήσεις, στάσεις κ.λπ.) πάλι με σκοπό να σε εκθέσει. Σε μια πιο διασταλτική ερμηνεία, μπορεί να σημαίνει ότι ο αντίπαλος προκαταλαμβάνει μία κατάσταση με σκοπό είτε να σε αποκλείσει από αυτήν και να σου στερήσει τη δυνατότητα παρουσίας, είτε ακόμα και ταυτόχρονα για να της προσδώσει το δικό του πρόσημο.

(Για άλλες σημασίες, όπως αυτή τής πρόκλησης με σκοπό να διεξαχθεί συζήτηση ή αντιπαράθεση, στις οποίες συνήθως ο προκαλών έχει τη βεβαιότητα ότι θα θριαμβεύσει —αυτό που λέμε «πέταγμα του γαντιού»—, η λέξη προβοκάτσια, αν και χρησιμοποιείται, είναι απολύτως λανθασμένη και παραπλανητική, αφού δεν έχει την παραμικρή σχέση με την πρωταρχική σημασία της.)

Μετά από αυτή την μικρή σημασιολογική ανάλυση, ας επανέλθουμε στο θέμα μας, διατυπώνοντας κάποιες απορίες.

Σε τι συνίσταται εν προκειμένω η προβοκάτσια, για την οποία κάνει λόγο ο «Ριζοσπάστης»; Προφανώς, πρέπει να αποκλείσουμε την εκδοχή τών ακροδεξιών μεταμφιεσμένων σε αριστερούς. Άρα τι μένει ως αντικειμενικός στόχος τών προβοκατόρων, πού αποσκοπούν; Στο να μας φέρουν αντιμέτωπους και ‘‘στα χέρια’’  —κατά την πρωταρχική ερμηνεία τής παγίδευσης —με τους ακροδεξιούς, ώστε να βγούμε ‘‘κακά παιδιά’’ και να έχουνε μετά να λένε για τα ‘‘δύο άκρα’’ που ‘‘συναντιούνται’’ στη βία και την ‘‘ανομία’’;  Ή, κατά τη δεύτερη και διασταλτική ερμηνεία τής προληπτικής αφοπλιστικής δράσης, στο να εμποδίσουν τις λαϊκές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας και την παρουσία τής Αριστεράς σε αυτές, είτε υπό το φόβο επεισοδίων, είτε υπό  το φόβο τού στιγματισμού για συμπόρευση με την ακροδεξιά;

Με το φτωχό μας το μυαλό

Δεν μπορούμε να ξέρουμε φυσικά τι είχε στο μυαλό του ο αρθρογράφος τού «Ριζοσπάστη» και όλοι όσοι ενστερνίστηκαν την προσέγγισή του περί προβοκάτσιας. Θα καλύψουμε όμως όλες τις εκδοχές που αναλύσαμε παραπάνω, με την ακόλουθη σκέψη:

Αν η πρωταρχική μέριμνα τής πολιτικά οργανωμένης Αριστεράς είναι η αποφυγή συγκρουσιακών καταστάσεων με το ακροδεξιό ή το ανοιχτά φασιστικό κομμάτι τής Δεξιάς, καλό είναι να έχει υπ’ όψη της ότι στις συνθήκες οξυμένης ταξικής πάλης αυτό θα συμβεί αργά ή γρήγορα. Ο μοναδικός τρόπος να το αποφύγει είναι είτε η υποχώρηση της όξυνσης (το θέλει;), είτε η δική της απόσυρση από το εκάστοτε πεδίο σύγκρουσης.[2]

Ζητήματα ιδεολογίας ή ιδεολογήματα;

Παρά το γεγονός ότι το αρχικό δημοσίευμα του «Ριζοσπάστη» έμενε αυστηρά στα γεγονότα, οι συζητήσεις στο διαδίκτυο ιδεολογικοποιήθηκαν στη βάση του αιώνιου (και υπεραιωνόβιου!) εθνικού ζητήματος στο οποίο αναφερθήκαμε στην αρχή τού σημειώματος. Σε ελεύθερη μετάφραση το εκπεμπόμενο μήνυμα από τους συμμεριζόμενους τους προβληματισμούς τού ΚΚΕ ήταν το εξής:

«Τι δουλειά έχουμε τώρα να τρέχουμε στις παρελάσεις για μία εθνική γιορτή (μπλιάχ!), συμφυρόμενοι με ακροδεξιούς, έφεδρους λοκατζήδες και φασίστες και διαγκωνιζόμενοι μαζί τους για την ηγεμονία σε διαδηλώσεις; Μακριά κι αλάργα!».

Και διερωτώμεθα εμείς, πάλι με το φτωχό μας το μυαλό (αυτό διαθέτουμε, τι να κάνουμε τώρα;):

Δεν διεκδικεί η Αριστερά την κυριαρχία και την εξουσία σε ένα δεδομένο έθνος-κράτος, εν προκειμένω αυτό που μας έτυχε, το ελληνικό; Δεν φιλοδοξεί, όπως έγραψε και ο παππούς Κάρολος με τον θείο Φρειδερίκο στο Μανιφέστο τού Κομμουνιστικού Κόμματος να οδηγήσει το προλεταριάτο, ώστε αυτό «να κατακτήσει την πολιτική εξουσία, να ανυψωθεί σε ηγέτιδα τάξη του έθνους, να συγκροτηθεί το ίδιο σαν έθνος, [να] είναι και το ίδιο ακόμα εθνικό, αν και σε καμιά περίπτωση με την έννοια που δίνει η αστική τάξη»; Κι αν τα παραπάνω είναι σωστά, πώς θα γίνουν, πώς «θα ανυψωθεί η εργατική τάξη σε ηγέτιδα τάξη τού έθνους», αν απέχει από κάθε πεδίο σύγκρουσης μόνο και μόνο επειδή έχει εθνικό πλαίσιο αναφοράς; Και επί τέλους: πότε μετατράπηκε για την Αριστερά το έθνος-κράτος από συγκεκριμένη ιστορική εξέλιξη, υπαγορευμένη από συγκεκριμένες οικονομικοπολιτικές διεργασίες, σε ένα λάθος τής Ιστορίας και δεν το καταλάβαμε; Και στο τέλος-τέλος: πού σκοπεύει να δώσει η Αριστερά τη μάχη; Σε έναν άλλο πλανήτη, κάπου μεταξύ Άρη και Πλούτωνα, ώστε να μην υπάρχει κανένα εθνικό πλαίσιο αναφοράς; Και για να ’χουμε κι άλλα καλά ερωτήματα:

Πώς θα διεκδικήσει η Αριστερά την κυριαρχία και την εξουσία, αν, με το φόβο τής προβοκάτσιας ή το άγχος τής ιδεολογικής καθαρότητας, αφήνει ελεύθερο το πεδίο σε όσους βλέπουν το έθνος ανιστορικά, μεταφυσικά, ως κάτι κοινωνικά ενιαίο, ή και ως κάτι το ανώτερο από όλα τα άλλα έθνη, οπότε και το υμνούν με τεντωμένο το δεξί χέρι (Griechenland überalles); Γιατί να τους επιτρέπει αμαχητί να προβάλλουν το πρόσωπο των φίλων και των υπερασπιστών τού λαού, ιδίως από τη στιγμή που και μόνο η παρουσία της αρκεί για να ακυρώνει εθνικιστικές κινηματικές παρεμβάσεις, όπως κάλλιστα θα μπορούσε να είχε γίνει στη Ρόδο τις προάλλες κατά τους εορτασμούς για τη συνένωση των Δωδεκανήσων, για να μην αφεθούν ανενόχλητοι μια χούφτα εθνικιστές να βάλουν τη σφραγίδα τους; Δεν έχει κατανοήσει ακόμα η Αριστερά αυτό που είχε κατανοήσει προ πολλών δεκαετιών ο Μιτεράν, πως η πολιτική είναι και διαχείριση συμβόλων;

Επειδή:

Επειδή η Δεξιά αρχίζει να αποκτά το δικό της κινηματικό τμήμα με σκληρό πυρήνα την ακροδεξιά ή και την ανοιχτά φασιστική μερίδα της,

Επειδή σύντομα θα διαπιστώσει (αν δεν το έχει κάνει ήδη) ότι αυτό το τμήμα δεν της είναι χρήσιμο μόνο για τις εθνικές επετείους, αλλά σε κάθε περίσταση που αποτελεί αφορμή για μαζική παρουσία κόσμου,

Επειδή όλο και περισσότερος κόσμος, πιεσμένος από την επελαύνουσα φτώχια, θα ριζοσπαστικοποιείται σε θέληση και διαθέσεις, χωρίς όμως η απολιτική χαύνωση στην οποία ζούσε μέχρι τώρα να του επιτρέπει να συνειδητοποιεί ότι ριζοσπαστικοποίηση από ριζοσπαστικοποίηση διαφέρει,

Δια ταύτα:

Να μας κάνει τη χάρη η κυρία Αριστερά και να ξυπνήσει.[3] Η θέση της είναι μέσα στον κόσμο. Αυτόν τον συγκεκριμένο κόσμο, αυτόν τον λαό, όσο στραβά, κουτσά κι ανάποδα κι αν σκέφτεται σήμερα. Η θέση της είναι εκεί. Με όλες τις επιβαλλόμενες προφυλάξεις βέβαια, αλλά εκεί, μαζί του. Κι ο λαός δεν υφίσταται μόνο όσο βρίσκεται στα εργοστάσια και στα γραφεία και μετά εξαερώνεται, όπως θέλει να πιστεύει το ΚΚΕ, μετατρέποντας το κύριο σε μοναδικό. Ούτε βρίσκεται μόνο σε συζητήσεις αριστερών διανοουμένων τού Ινστιτούτου Πουλαντζά ή σε συγκεντρώσεις στενού κομματικού ακροατηρίου. Ο κόσμος είναι παντού. Κι εκεί πρέπει να είμαστε κι εμείς, που, όπως λέμε, υπάρχουμε μόνο και μόνο υπέρ αυτού (έτσι δεν λέμε;)

Μέσα λοιπόν στον κόσμο, μαζί με τον κόσμο. Για να ακουστεί η φωνή μας δυνατά και καθαρά. Διαφορετικά, τον αφήνουμε έρμαιο σ’ αυτούς που «μιλάνε για του έθνους, ξανά, την τιμή».

Και η Άννα θα εξακολουθήσει να κλαίει…


ΥΓ (Τρίτη, 20 Μαρτίου, στις 3.12 ΜΜ) Αλήθεια, αν οι δοσίλογοι της Κατοχής, με αφορμή την επέτειο της 25ης Μαρτίου τού 1943, είχαν καλέσει τον λαό να διαδηλώσει υπέρ τής ναζιστικής Νέας Τάξης επειδή ‘‘έσωσε την Ελλάδα από τον μπολσεβικισμό και τον σιωνισμό’’, η ηγεσία τού ΕΑΜ θα είχε ρίξει το σύνθημα της αποχής από διαδηλώσεις εκείνη την ημέρα;  


[1] Με τα ‘‘κακά’’ λόγια τού ‘‘απολίτιστου’’ λαού: «δουλειά δεν είχε ο διάολος, γαμούσε τα παιδιά του»!

[2] Τροφή για σκέψη: Άσχετα με τους λόγους που την προκάλεσαν, η παρουσία τής Χρυσής Αυγής στην πύλη τής «Ελληνικής Χαλυβουργίας» δεν ήταν μία εκδήλωση παρόμοιας απόσυρσης;

[3] Για να τα λέμε όλα, αυτό δεν ισχύει στη συγκεκριμένη περίπτωση για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. (Ισχύει όμως το ότι κάποιος πρέπει να τους μιλήσει για τις βλαβερές συνέπειες που έχουν οι αριστερές μεγαλοστομίες, τις οποίες βλέπουμε να αφθονούν στη σχετική ανακοίνωσή της…)…)


Η εικόνα, από το 2gym-korinth.kor.sch.gr

Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2012

Φασιστολογίες



ΟΧΙ ΠΩΣ ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ είναι καινούργιο —απλώς, όσο εντείνονται οι κρισιακές εντάσεις στην ελληνική κοινωνία, κι όσο πλησιάζουν οι εκλογές, για να μη ξεχνιόμαστε, το φαινόμενο κορυφώνεται: το φάντασμα του φασισμού κάνει την εμφάνισή του όλο και πιο συχνά. Πώς; Δια του λόγου περί φασισμού.

Το focus φυσικά ποικίλλει, ανάλογα με τις στοχεύσεις. Ωστόσο, θα απομονώσουμε δύο βασικές κατηγορίες λόγου περί φασισμού και θα ασχοληθούμε μόνο με αυτές: αφ’ ενός με την οπτική τής Αριστεράς, κι αφ’ ετέρου με εκείνη τού πολύ ευρύτερου χώρου, αυτόν που άλλοι ονομάζουν Νέο Κέντρο, άλλοι μεσαίο χώρο (πολλοί τον αναβαθμίζουν σε τάξη), άλλοι Νέους ΦιλελεύθερουςΝέους Εργατικούς), κι άλλοι μετριοπαθείς δημοκρατικούς πολίτες, ή, πιο απλά, ρεαλιστές και υπεύθυνους. Εμείς, για σήμερα τουλάχιστον, θα τον ονομάσουμε μη Αριστερά.  


ΕΝΤΟΣ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ η θεματολογία και οι συζητήσεις περιστρέφονται γύρω από τις συνάφειες και τις διαφορές τού φασισμού με τις πρακτικές και την ιδεολογία τής σύγχρονης ριζοσπαστικής δεξιάς, ή με το καθεστώς διαρκούς έκτακτης ανάγκης (τού καθεστώτος δηλαδή που χαρακτηρίζεται από τις νομότυπες μεταλλάξεις και ‘‘προσαρμογές’’ τής αστικής δημοκρατίας προκειμένου να επιβληθεί στην κοινωνία όλο το κόστος το οποίο απαιτείται για το ξεπέρασμα της κρίσης), ή, ακόμα, για την αυξημένη παρέμβαση τής Χρυσής Αυγής σε κοινωνικά ζητήματα και χώρους που θεωρούντο μέχρι τώρα προνομιακά πεδία για την Αριστερά και τη διαφαινόμενη είσοδό της στην ελληνική Βουλή.  

Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι σε μεγάλο ποσοστό αυτή η ‘‘φασιστολογία’’ δεν κάνει τίποτε πιο χρήσιμο από το να εκτονώνει τη μανία τής Αριστεράς για περισπούδαστες πολιτικοκοινωνικές αναλύσεις,  ίσως και ως αντιστάθμισμα της αδυναμίας της να καταλήξει σε αυτονόητες συνθέσεις, το τελικό άθροισμα είναι χρήσιμο. Λόγου χάρη, καθόλου δεν βλάπτει να υπενθυμίζεται η σχετικότητα και η ‘‘προσαρμοστικότητα’’ της τυπικής αστικής δημοκρατίας σε ‘‘δύσκολους’’ καιρούς, ή το γεγονός ότι η εργατική τάξη δεν αποτελεί νομοτελειακά τον φορέα τής σοσιαλιστικής προοπτικής, αλλά μόνο εν δυνάμει και υπό προϋποθέσεις, προϋποθέσεις που, αν δεν συντρέχουν, μπορεί κάλλιστα να γίνει φορέας ‘‘αλλαγών’’ σε διαμετρικά αντίθετες κατευθύνσεις...


ΣΤΟ ΑΛΛΟ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ ΤΩΡΑ, ο λόγος περί φασισμού παίρνει τον χαρακτήρα, ρητά ή υπόρρητα, ενός άμεσα επικείμενου κινδύνου. Παραδόξως(;) ο κίνδυνος δεν εντοπίζεται σε αυτό που για την ελληνική πολιτική ιστορία είναι το σύνηθες, μία ακόμα χούντα δηλαδή. Όχι. Ο κίνδυνος αυτή τη φορά είναι πιο τρομακτικός, ακριβώς επειδή δεν εντοπίζεται πουθενά. Ακόμα πιο τρομακτικά: Εντοπίζεται παντού! Και —κυρίως— μέσα μας! Ναι! Η φρικτή αλήθεια είναι ότι το αυγό τού φιδιού ενδέχεται, τώρα, μεθαύριο ή τον άλλο μήνα, να εμφυτευτεί κάπου μέσα στον οργανισμό μας και να εκκολάπτεται μέχρι να έρθει η ώρα του να βγει από το σώμα μας κομματιάζοντάς το! Ακριβώς όπως συνέβαινε στην παλιά ταινία επιστημονικής φαντασίας Allien.

Σύμφωνα με τη φασιστολογία τής μη Αριστεράς, τα συμπτώματα που δείχνουν ότι κάποιος αριστερός έχει προσβληθεί από τον φασισμό είναι απολύτως σαφή. Είναι η ανοχή του, δηλαδή η μη καταγγελία εκ μέρους του ως φασιστικών φαινομένων, εκδηλώσεων αγανάκτησης, απελπισίας ή θυμού μέσω ακατέργαστων συναισθηματικών εκρήξεων οι οποίες καταλήγουν σε αποδοκιμασίες, χαρακτηρισμούς όπως προδότες ή πουλημένοι, γιουχαΐσματα, μούντζες, γηπεδικά συνθήματα ή γιαούρτια, προς όλους εκείνους που εδώ και δύο χρόνια σε ευθείς ή ‘‘πλάγιους’’ τόνους επαναλαμβάνουν μονότονα το τροπάρι: «εμπρός λαέ, σκύψε το κεφάλι».

Είναι προφανές ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με καθαρούς, αγνούς και αμόλυντους αντιφασίστες, που, ακριβώς επειδή δεν έχουν προσβληθεί από το μικρόβιο τού φασισμού και ο οργανισμός τους είναι καθαρός από τα αυγά του, έχουν όλη την απαιτούμενη διαύγεια πνεύματος για να συνειδητοποιήσουν πως το συναίσθημα και οι αυθόρμητες αντιδράσεις που απορρέουν από αυτό είναι το χαρακτηριστικό και αδιάψευστο σημάδι τού επερχόμενου φασισμού.

ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΥΠΟΛΟΙΠΟΙ που πιστεύουμε ότι το συναίσθημα, εν προκειμένω το συναίσθημα οργής, είναι αναπόσπαστο ιδίωμα του ψυχικού κόσμου τού ανθρώπου κι ότι αποτελεί την αναγκαία κινητήρια δύναμη αντίστασης στην κοινωνική αδικία (αλλά όχι και ικανή, αν δεν διαμεσολαβείται από λογικές επεξεργασίες συνειδητοποιημένης γνώσης);

Εμείς οι υπόλοιποι που γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους επιλέγουμε να συν-αισθανόμαστε τους ανθρώπους, αντί να καταδικάζουμε τα για την ώρα ακατέργαστα συναισθήματά τους, αποσκοπώντας, εκτός των άλλων, και στο να μη τους αφήσουμε έρμαιο στις σειρήνες του φασισμού;

Εμείς οι υπόλοιποι που, σε τελική ανάλυση, δεν ‘‘υπογράψαμε’’ και δεν προσυπογράφουμε το βαρύγδουπα ανόητο απόφθεγμα «η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική»;[1]


Ε, ΚΑΛΑ ΤΩΡΑ! Εμείς οι υπόλοιποι είμαστε ψευτοαριστεροί!

Α! Και ...κρυπτοφασίστες, αυτό να λέγεται!


[1] Για να τα λέμε όλα, και για να φανεί για μία ακόμα φορά πόσο έχουμε χάσει τη μπάλα, δύσκολα θα μπορούσε να πει κανείς ότι όλοι όσοι αμόλησαν αυτή την αρλούμπα ανήκουν στο μεγάλο ρεύμα τής μη Αριστεράς

Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2012

Στο μυαλό τού Γιώργου Γεωργίου (Γάμα τα με μεγάλα γράμματα!)



ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΤΟ κρύψουμε άλλωστε; Εκτός από τα Στρουμφάκια, τον Batman και τη Βουγιουκλάκη, έχουμε μεγαλώσει και με τον Γιώργο Γεωργίου!

Τι εστί Γιώργος Γεωργίου; Εστί μία ‘‘μάρκα μ’ έκαψες’’ που δουλεύει ψιλό γαζί όλους τους αφελείς φίλους τού ποδοσφαίρου και οπαδούς διαφόρων ομάδων. Θα μπορούσε να είναι, σύμφωνα με τη μορφή του και τον τρόπο ομιλίας του, από Chief παρκαδόρος σκυλάδικων νυχτερινών κέντρων και ‘‘Διευθυντής’’ χαρτοπαικτικής λέσχης μέχρι δημοσιογράφος ‘‘αθλητικών’’ εφημερίδων. Έγινε το δεύτερο. Κι όχι απλώς έγινε. Έγινε σταρ! Ήταν ο πρώτος που μετέφερε στην Ελλάδα (σιγά μη το σκέφτηκε! —μετέφερε!) το μοντέλο του talk radio (and tv), όπου οι ακροατές (ή θεατές) επικοινωνούν τηλεφωνικά και συζητούν με τον οικοδεσπότη τής εκπομπής. Είναι ένα μοντέλο κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του, το οποίο και αξιοποίησε στο μεγαλύτερο βαθμό χάρη στα ιδιαίτερα ‘‘προσόντα’’ του: ‘‘μάγκας’’ στην κοψιά και τη γλώσσα, καλός ατακαδόρος, ικανότατος πωλητής ποδοσφαιρική ‘‘σοφίας’’ και ‘‘ειδημοσύνης’’ και, επιπλέον και καθόλου αδιάφορο, παθιασμένος ροκάς. Το πράγμα ήρθε κι έδεσε με τα γούστα τής μεγάλης μάζας τών φιλάθλων. Σύντομα έγινε ο Θεός της. 20 χρόνια μετά εξακολουθεί να λατρεύεται. Οι ‘‘πιστοί’’ του είναι διασπαρμένοι ανάμεσα στους οπαδούς όλων τών ομάδων και κυρίως ανάμεσα σε όσους αυτοπροσδιορίζονται «φίλαθλοι και όχι οπαδοί». Φυσικά, έχει και άσπονδους εχθρούς. Ο Θεός-Γεωργίου όμως, έτσι όπως τους πουλάει και τους αγοράζει όλους, ακόμα κι αυτό καταφέρνει να το μετατρέπει σε έναν ακόμα λόγο για να τον λατρεύει κανείς!


ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΟΝΙΜΟΥΣ ‘‘πονοκεφάλους’’ του (γιατί έχει και τέτοιους) είναι το πώς θα καταφέρνει κάθε φορά να ελιχθεί έτσι ώστε να πετυχαίνει ταυτόχρονα τα εξής δύο αντικρουόμενα πράγματα: Να τονώνει και να υποδαυλίζει την αντιπαλότητα μεταξύ τών οπαδών, αλλά και εναντίον του, έτσι ώστε να διατηρεί τις ακροαματικότητες της εκπομπής του στον Real FM μονίμως ψηλά, χωρίς όμως να σταμπαριστεί οριστικά ως οπαδός κάποιας από τις μεγάλες ομάδες και κυρίως τού Ολυμπιακού ή του Παναθηναϊκού. Φυσικά, οι κατηγορίες ανάλογα με την ποδοσφαιρική συγκυρία δεν λείπουν: «Έλα Γεωργίου, είσαι πιο πράσινος κι απ’ το τριφύλλι!» Ή: «Άσε ρε Γεωργίου τα σάπια! Ακόμα κι απ’ το τηλέφωνο μυρίζεις ψαρίλα!» [Σημ. σ.: το παρατσούκλι τών οπαδών τού Ολυμπιακού είναι γαύροι.] Πώς έχει οργανώσει την άμυνά του απέναντι σε παρόμοιες κατηγορίες; Σε δύο γραμμές. Η μία, η κύρια, είναι:  «Δεν είμαι ούτε με τον Ολυμπιακό, ούτε με τον Παναθηναϊκό, ούτε με την ΑΕΚ, τον ΠΑΟΚ, ή τον Άρη. Ο Γεωργίου είναι με το ποδόσφαιρο!». Όταν τον στριμώχνει κανένας («δεν γίνεται, ρε Γεωργίου, να αγαπάς το ποδόσφαιρο και να μην έχεις αδυναμία σε καμιά ομάδα!») κι επειδή καταλαβαίνει ότι αυτή είναι μια αλήθεια που ούτε ο ίδιος, ως Θεός, μπορεί να συσκοτίσει, τότε παραδέχεται ότι είναι Απόλλων Αθηνών —ποιος να τον αντιπαθήσει επειδή είναι οπαδός τού κακόμοιρου του Απόλλωνα; (Φυσικά, ούτε Απόλλων Αθηνών είναι. Η ομάδα τής καρδιάς τού Γιώργου Γεωργίου είναι ο …Γιώργος Γεωργίου και τα νούμερα της ΑGB!)


ΓΙΑΤΙ ΣΑΣ ΤΡΩΜΕ ΤΗΝ ΩΡΑ με όλα αυτά; Μήπως επειδή είμαστε ποδοσφαιρόφιλοι (που είμαστε); Καμία σχέση!

Σας τα λέμε, γιατί είναι πολλές οι περιστάσεις που έχουμε μπει στο μυαλό τού Γιώργου Γεωργίου κι έχουμε νιώσει κι εμείς τον ‘‘πονοκέφαλό’’ του. Άλλοτε μας βγάζουν γιαλαντζί αριστερούς. Άλλοτε μας βαφτίζουν κουκουέδες ή συριζικούς. Άλλοτε αλαβανικούς ή αντάρσυους. Άλλοτε αριστεροπατριώτες.  Κι άλλοτε …καρατζαφερικούς! Μέχρι —ναι, ακόμα κι αυτό!— …ασφαλίτες!

Τελευταίο περιστατικό, το προηγούμενο post. Στο οποίο, κάποιος σχολιαστής, προφανώς οπαδός τού ΚΚΕ, μάς απένειμε ένα ακόμα ‘‘παράσημο’’, που, για να τα λέμε όλα, έλειπε από τη συλλογή μας μέχρι τώρα.  Μας έβγαλε, ο αθεόφοβος, συνοδοιπόρους τού …ΔημοσιογραφικούΟργανισμού Λαμπράκη! Γιατί; Επειδή ασκήσαμε κριτική στο ΚΚΕ με τις ίδιες αφορμές που τροφοδότησαν την υπονόμευση του ΚΚΕ εκ μέρους των εφημερίδων τού ΔΟΛ. Οπότε, με συνοπτικές διαδικασίες, μάς τύλιξε σε μια κόλλα χαρτί ως αντικομμουνιστές και εχθρούς τού Κόμματος!


ΟΠΩΣ ΛΕΕΙ ΚΙ Ο ΓΕΩΡΓΙΟΥ, γάμα τα με μεγάλα γράμματα!


Η εικόνα, από το thebest.gr

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2012

Case No 28.783: Alekos S. Halvatzis vs. the Party, the Party vs. Alekos S. Halvatzis, or what?


(Μετά από αρκετή καθυστέρηση και με την επιβεβλημένη παρεμβολή ενός post, προσωπικού χαρακτήρα μεν, πολιτικού υπόβαθρου δε, προχωρούμε στην ανάπτυξη του θέματος, του οποίου δώσαμε μία πρόγευση δύο αναρτήσεις πίσω.)


Για όσους δεν ξέρουν την ιστορία: Ο Αλέκος Χαλβατζής, γιός του γνωστού ηγετικού στελέχους τού ΚΚΕ Σπύρου Χαλβατζή, μέλος τής ΚΝΕ από το 1993, μέλος τού Κεντρικού Συμβουλίου της (1997 – 2006), μέλος τού Γραφείου τού ΚΣ (2001 – 2006) και, τα τελευταία χρόνια, αποσπασμένος στο Τμήμα Διαφώτισης της Κεντρικής Επιτροπής, αποχώρησε από το ΚΚΕ τον Σεπτέμβριο του 2010. Το γεγονός το γνωστοποίησε ο ίδιος μέσω προσωπικού blog δύο μήνες μετά, εκθέτοντας πολύ συνοπτικά, αλλά, παρ’ όλα αυτά, αρκετά  διαφωτιστικά, τους λόγους αυτής τής απόφασης.

14 μήνες μετά και πριν λίγες ημέρες, στις 18 Φεβρουαρίου, αποκάλυψε όλα τα σημαντικά πώς και γιατί της αποχώρησής του, δημοσιοποιώντας, πάλι μέσω του blog του, μια μακροσκελέστατη επιστολή που είχε απευθύνει από τον Μάιο τού 2010προς την Κεντρική Επιτροπή και την Επιτροπή Κομματικού Ελέγχου τού ΚΚΕ με την οποία προέβαινε σε σοβαρότατες αιτιάσεις σχετικά με συγκεκριμένες δυσλειτουργίες τού κόμματος σε βασικά, βασικότατα ζητήματα. Οι αιτιάσεις αυτές απορρίφθηκαν στο σύνολό τους. Ο Αλέκος Χαλβατζής (ΑΧ) δημοσιοποίησε επίσης και το σκεπτικό τής απορριπτικής απάντησης της ΚΕ, το οποίο συνοδευόταν και από σφοδρή κριτική προς τον ίδιο, κριτική που, κατά την άποψή του, ήταν ανυπόστατη, αστήρικτη και συκοφαντική. Λίγες ημέρες μετά την απόρριψη, σύμφωνα με τις διηγήσεις τού ίδιου, ανακοίνωσε σε σχετική, ενημερωτική συνεδρίαση της Κομματικής Οργάνωσης Βάσης, στην οποία ανήκε, την αποχώρησή του.

Η συνοπτική εικόνα

Όπως ήδη είπαμε κι όπως μπορεί να διαπιστώσατε όσοι μπήκατε στο ιστολόγιό του, η επιστολή τού ΑΧ είναι πολυσέλιδη (αξίζει όμως να τη διαβάσετε προσεκτικά, με πρώτη ευκαιρία). Η καταγγελτική κριτική που ασκεί επικεντρώνεται:
α) στους δομικά προβληματικούς τρόπους δουλειάς και παρέμβασης στους μαζικούς χώρους,
β) στην υποχώρηση της δράσης μελών και οργανώσεων και την υποκατάσταση της δράσης από απλώς θεαματικούς ακτιβισμούς,
γ) στην οργανωτική αποδυνάμωση και αριθμητική συρρίκνωση της ΚΝΕ,
δ) στη διολίσθηση σε θέσεις και αναλύσεις διαφορετικές από τις αποφάσεις διαφόρων οργάνων, συνεδρίων κ.λπ., που αφορούν σε στρατηγικά ζητήματα και συνεπώς δημιουργούν συγχύσεις και αποπροσανατολίζουν την πολιτικο-ιδεολογική παρέμβαση του κόμματος και
ε) την παραβίαση της εσωκομματικής δημοκρατίας, συνεπώς την υπονόμευση της βασικής αρχής λειτουργίας του, τού δημοκρατικού συγκεντρωτισμού.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ΑΧ κάνει λόγο για εκτροπή τού κόμματος από την αποστολή του, την οποία και αποδίδει σε σταδιακή αναρρίχηση ανίκανων στελεχών σε ηγετικές θέσεις, όπου και κατέχουν πλέον την πλειοψηφία, επιρρίπτοντας ευθύνες γι’ αυτή την κατάσταση μέχρι τού βαθμού τής συνέργειας ακόμα και στην ίδια την Αλέκα Παπαρήγα. Τέλος, ο ΑΧ κάνει σαφές σε όλους τους τόνους και σε πολλά σημεία ότι παραμένει κομμουνιστής, πιστός στις αρχές τού επιστημονικού σοσιαλισμού και του μαρξισμού-λενινισμού και σταθερά προσανατολισμένος στην ‘‘κλασική’’ αντίληψη της οργάνωσης και καθοδήγησης της εργατικής τάξης σε και από ένα(1) κομμουνιστικό κόμμα.

Από όλα τα παραπάνω, η εξέταση των οποίων απαιτεί τουλάχιστον μια ανάρτηση για το καθένα (για το δ τουλάχιστον δύο), αλλά και συγκεκριμένες πληροφορίες και πραγματολογικό υλικό που δεν είναι εύκολο να συγκεντρωθούν, θα μας απασχολήσει μόνο το τελευταίο: η εσωκομματική δημοκρατία. Να πούμε μόνο συνοπτικά ότι στα γραφόμενα από τον ΑΧ είδαμε πολλές ενδιαφέρουσες σκέψεις, μια σταθερή εμπιστοσύνη στη βάση τού κόμματος (κάτι αντίστοιχο με τη μαοϊκή ρήση «να εμπιστευόμαστε το λαό», που συχνά υπενθυμίζουμε κι εμείς) —την οποία όμως δεν ‘‘χαϊδεύει’’, καθώς εμμέσως πλην σαφώς την καλεί να αναλάβει την ευθύνη και υποχρέωση συνάμα άρθρωσης κριτικού λόγου— μαζί με μια βαθιά πεποίθηση ότι η αλήθεια, ακόμα κι αν πονάει, πρέπει να συζητιέται ανοιχτά. Από την άλλη, είδαμε και αρκετές ασάφειες ή γενικόλογες τοποθετήσεις, χωρίς τη διευκρίνιση των οποίων, προφανώς από τον ίδιον, δεν μπορούμε εμείς τουλάχιστον να σχηματίσουμε ολοκληρωμένη εικόνα  για  τις απόψεις του. Όπως είδαμε και μια ολιστικά νομοτελειακή αντίληψη για την κίνηση της Ιστορίας που φαίνεται να τον διακατέχει, κάτι που μας βρίσκει κατηγορηματικά αντίθετους, καθώς και τις θετικές αναφορές του στον ξεπερασμένο, αχρείαστο και από πολλές πλευρές προβληματικό στις σύγχρονες συνθήκες θετικίζοντα όρο τού «επιστημονικού σοσιαλισμού». Τέλος, να πούμε ότι ο ΑΧ δεν αποφεύγει το λάθος να δημιουργήσει την αίσθηση και μιας κάποιας συνωμοσίας που κατ’ αυτόν έχει εξυφανθεί εντός τού κόμματος, λάθος που, εκτός άλλων, υπονομεύει και τη δική του προσπάθεια να επιστήσει την προσοχή τών μελών και των φίλων τού κόμματος σε αίτια και διαδικασίες που οδήγησαν στην εκτροπή από την αποστολή του. Μετά από αυτά τα γενικά και συνοπτικά σχόλια, ας έρθουμε σε αυτό που, από όσα θίγει ο ΑΧ, θα μας απασχολήσει και το οποίο, αν και εστιάζει σε ένα κομμουνιστικό κόμμα που λειτουργεί με βάση την αρχή τού δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, έχει ευρύτερη σημασία για τη λειτουργία τών αριστερών κομμάτων.

Τυπική δημοκρατία – Ανεξέλεγκτος συγκεντρωτισμός

Αυτός ο υπότιτλος συνοψίζει την κριτική τού ΑΧ σχετικά με τους πραγματικούς όρους υπό τους οποίους εφαρμόζεται στην πράξη τα τελευταία χρόνια η αρχή τού δημοκρατικού συγκεντρωτισμού στο ΚΚΕ. Πράγματι:

Και το τελευταίο μέλος έχει κάθε δικαίωμα να ασκήσει κριτική για οτιδήποτε και προς τον οποιονδήποτε μέσα στα κομματικά όργανα. Αυτό επιβεβαιώνεται πανηγυρικά από τον ίδιον τον ΑΧ όταν γράφει κατ’ επανάληψη στα κείμενά του πως πάντα έλεγε τις κριτικές απόψεις του μέσα στο κόμμα ανοιχτά και καθαρά. Έχει ακόμα το δικαίωμα, όπως επίσης πανηγυρικά αποδεικνύεται από την περίπτωσή του, να απευθύνεται στα ανώτερα όργανα τού κόμματος, φτάνοντας μέχρι τα ανώτατα (εκτός Συνεδρίων), την ΚΕ και το ΠΓ, για να επισημάνει αδυναμίες, λάθη και παραλείψεις και να ζητήσει εξηγήσεις. Να ζητήσει εξηγήσεις ακόμα και για αδυναμίες, λάθη και παραλείψεις που, κατά την άποψή του, ισοδυναμούν με εκτροπή!

Δεν τα αρνείται όλα αυτά ο ΑΧ, θα ήταν ανόητος να αυτοδιαψεύδεται τόσο οικτρά από το ίδιο του το γραπτό. Λέει όμως το άλλο:

Υποστηρίζει ότι στην πράξη, στην καθημερινή λειτουργία τού κόμματος, η κριτική στάση τών μελών, (που για εμάς είναι πρώτα υποχρέωση και μετά δικαίωμα σε ένα αριστερό κόμμα), όχι μόνο δεν καλλιεργείται και δεν ενθαρρύνεται, αλλά, αντίθετα, υπονομεύεται και αποθαρρύνεται παντοιοτρόπως. Με τα δικά του λόγια και τονισμούς:

“Σκιάχτρα”: Οι υπαρκτές δυσκολίες της ταξικής πάλης, η επίθεση του ταξικού εχθρού ή πολιτικών αντιπάλων, αξιοποιούνται έντεχνα για τη χειραγώγηση του Κομματικού δυναμικού. Οι όροι «αντικομμουνισμός», «οπορτουνισμός», «προβοκάτσια», «φραξιονισμός» ακούγονται διαρκώς για να περιγράψουν περιστατικά που μάλιστα εντελώς αστήρικτα παρουσιάζονται ως πρωτοφανή στην ιστορία. Συχνά-πυκνά χρησιμοποιούνται οι παραπάνω όροι με το παραμικρό και καταχρηστικά, με αποτέλεσμα να ευτελίζονται (κατά τη γνωστή ιστορία «λύκοι στα αρνιά») και όταν έρθει η ώρα να τους χρησιμοποιήσουμε στα αλήθεια ο κόσμος λέει «καλά μας τα ξανάπατε». Ακόμα και όταν χρησιμοποιούνται εύλογα, δεν τεκμηριώνονται ούτε εξηγούνται επαρκώς. Τελικά συνειδητά χρησιμοποιούνται ως σκιάχτρα: οποιαδήποτε άποψη δεν είναι αρεστή, επιχειρείται να ταυτιστεί με μια “κραγμένη” για το ΚΚΕ άποψη και τους πομπούς της,

●  διαφωνείς με κάποια εκτίμηση για το σοσιαλισμό —«αυτά τα λέει η Ελευθεροτυπία και ο Ρούσσης»,

● έχεις παρατηρήσεις για το ΠΑΜΕ —«αυτά τα λέει ο Παναγόπουλος, η εργοδοσία και ο ΣΥΝ» ,

Παράλληλα ως απόλυτο κριτήριο της ορθότητας της γραμμής παρουσιάζεται η επίθεση από τα αστικά ΜΜΕ. Πράγμα που δεν είναι πάντα σωστό γιατί δεν είναι όλα τα ΜΜΕ χαζά, οι πιο ικανοί προπαγανδιστές πιάνονται και από υπαρκτές αδυναμίες-λάθη για να στηρίξουν την συνολική, ισοπεδωτική, αντικομμουνιστική επίθεση τους που φυσικά δεν μπορεί να σταθεί αλλιώς.

Ενώ θα πρέπει να επισημανθεί ότι πλέον δεν είναι σπάνιες κατά καιρούς και κατά περίπτωση οι “επιθέσεις φιλίας” από τον Αστικό Τύπο στο ΚΚΕ και στο ΠΑΜΕ με προβολή και εκθειαστικά σχόλια.

Οι παραβιάσεις στη λειτουργία διαμορφώνουν ένα νοσηρό κλίμα. Υπάρχει νέα αντίληψη για την επαγρύπνηση: «είμαστε όλοι ύποπτοι» και ιδεολογικός τραμπουκισμός με βάση το σχήμα:

●  όποιος ρωτάει πολλά είναι περίεργος

●  όποιος είναι περίεργος μάλλον διαφωνεί

●  όποιος διαφωνεί μάλλον επηρεάζεται

●  όποιος επηρεάζεται είναι τελικά οπορτουνιστής

● αν είσαι οπορτουνιστής “προφανώς” θα γίνεις και φραξιονιστής

●  και “όλοι ξέρουμε” ότι από φραξιονιστής λίγο θες για να γίνεις πράκτορας (αν δεν είσαι ήδη).

Στελέχη από θέση ισχύος “ενημερώνουν” για συντρόφους, ποινές κλπ κατά το δοκούν πέρα από αποφάσεις με βάση υποψίες, προσωπικές απόψεις, καταγγελίες.

Με χαρακτηριστική ευκολία και με ασαφείς διατυπώσεις τσουβαλιάζονται άνθρωποι, απόψεις, κατηγορίες.

 Δεν θέλει και πολύ φιλοσοφία για να καταλάβει κανείς ότι, στο βαθμό που οι παραπάνω καταστάσεις αληθεύουν, το πρακτικό αποτέλεσμα είναι να εγκαθιδρύεται ένας απολυταρχικός, ανεξέλεγκτος συγκεντρωτισμός εκτός ουσιαστικής και αποτελεσματικής κριτικής. Κι αυτό, στα συμφραζόμενα της καθημερινής λειτουργίας τού κόμματος, σημαίνει ένα ‘‘θωρακισμένο’’ Πολιτικό Γραφείο και μια ‘‘κατάφρακτη’’ Κεντρική Επιτροπή (αυτά τα όργανα καθοδηγούν ένα κομμουνιστικό κόμμα στο συντριπτικό μέρος τού εκτυλισσόμενου χρόνου) έναντι των κατώτερων στελεχών και των απλών μελών, τα οποία καλούνται να επιλέξουν μεταξύ τού να λειτουργούν είτε ως ‘‘γραμμιτζήδες’’, είτε ως ‘‘στρατιωτάκια ακούνητα, αμίλητα κι αγέλαστα’’.

Déjà vu

Τίποτε από όλα όσα καταγγέλλει ο ΑΧ δεν μας εξέπληξε. Όχι γιατί δεν είναι σοκαριστικά ή γιατί δεν έχουμε την ικανότητα να καταλάβουμε τις καταστρεπτικές συνέπειες που έχουν για ένα οποιοδήποτε κομμουνιστικό ή άλλο αριστερό κόμμα ή οργάνωση που λειτουργεί με βάση τον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό. Αλλά γιατί, απλούστατα, τα έχουμε ακούσει  δεκάδες άλλες φορές από ανθρώπους που έζησαν το ΚΚΕ μετά τη μεταπολίτευση του 1974. Κάνα δυο από εμάς, τα έχουμε ακούσει μέσα στην οικογένειά μας ή από συγγενείς μας. Άλλοι τα έχουμε ακούσει από παλιούς ‘‘αποστρατευμένους’’ αριστερούς —αλλά πάντα αριστερούς— στην πλειοψηφία τους κάποτε μέλη τού ΚΚΕ, πολλοί από τους οποίους παραμένουν και τώρα ψηφοφόροι του. Και είχαμε την τύχη να ακούσουμε μαρτυρίες και για παλαιότερες εποχές, όπως αυτές που ακούσαμε από τον Καπετάνιο μας, που ένα βράδυ έφυγε από το αμπρί τού ‘‘Εθνικού’’ Στρατού εκεί στο Γράμμο, για να περάσει απέναντι στους δικούς του. Στους ίδιους δικούς του που λίγα χρόνια μετά τον κυνήγησαν στην Πολωνία, για να τον σώσει ο καθηγητής του στο Πανεπιστήμιο και μέλος τού Ενωμένου Εργατικού Κόμματος Πολωνίας, κρύβοντάς τον για βδομάδες στο σπίτι του. Και εκτός από αυτά που έχουμε ακούσει, δεν έχουμε διαβάσει τι γινόταν μετά την ήττα τού ’49 όπου, αντί τής ανοιχτής συζήτησης για την τραγική κατάληξη, οι διαγραφές και οι καταγγελίες για ‘‘λιπόψυχους’’, ‘‘ηττοπαθείς’’ και ‘‘υπόπτους’’, αν όχι ‘‘πράκτορες’’ διαδεχόντουσαν η μία την άλλη, με κορυφαία στη διαρκή τραγωδία την περίπτωση τού Κώστα Καραγιώργη; Και δεν ξέρουμε τι έγινε στην Τασκένδη το 1955, όπου οι χθεσινοί ‘‘ζαχαριαδικοί’’-θύτες μετατράπηκαν εν μία νυκτί σε θύματα; Γιατί λοιπόν να  μας εκπλήξουν τα όσα λέει ο ΑΧ;

Μα ακόμα κι αν δεν τα ξέραμε όλα αυτά, ακόμα κι αν εμείς οι πέντε είχαμε γεννηθεί ταυτόχρονα με αυτό το blog, και πάλι δεν θα νιώθαμε πολύ μεγάλη έκπληξη. Για διαβάστε ένα σχόλιο κάποιου αναγνώστη μας, που υπογράφει με το ίδιο μικρό όνομα του ΑΧ, από την πιο διαβασμένη ανάρτησή μας («Ανοιχτήεπιστολή προς την ηγεσία, τα στελέχη, τα μέλη και τους οπαδούς τού ΚΚΕ»). Είναι το τελευταίο σχόλιο που έχει κατατεθεί εκεί, μήνες και μήνες μετά (το παραθέτουμε αυτολεξεί με κάποιες δικές μας ορθογραφικές και συντακτικές παρεμβάσεις).

Ανώνυμος είπε...
Ανήκα μέχρι πριν από λίγο στην ΚΝΕ και μάλιστα ήμουν στο Τομεακό Γραφείο Καθοδήγησης των μαθητών. Διαγράφηκα με απαράδεκτο και φασιστικό αλλά και αντικαταστατικό τρόπο, επειδή πρότεινα κάτι βέβηλο —συνεργασία του ΚΚΕ με την ευρύτερη Αριστερά, τουλάχιστον όπου υπάρχει σύγκλιση στα συνδικάτα και στα κινήματα. Με έβγαλαν προβοκάτορα μέχρι και πράκτορα άλλου κόμματος —σήμερα είμαι στην εξωκοινωβουλευτική Αριστερά, δεν λέω πού ακριβώς, δεν θέλω να κάνω διαφήμιση. Δυστυχώς το ΚΚΕ όχι μόνο δεν μαθαίνει από τα λάθη του, κάνει τα ίδια. Αν και διαφωνούμε σε πολλά, τουλάχιστον με τον ΣΥΡΙΖΑ ή με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ υπάρχει σύγκλιση, έστω και σε κινηματικό επίπεδο, στον δρόμο, στον σύλλογο, στο συνδικάτο, όπου συμφωνούμε είμαστε μαζί. Το ΚΚΕ ως φάντασμα του Σταλινικού του παρελθόντος, και πρόσφατα μέλλοντος, πορεύεται μόνο. Ας μην έχετε αυταπάτες, δυστυχώς.
Φιλικά-συντροφικά, Αλέκος. (7 Δεκεμβρίου 2011 4.59 Π.Μ.)

Hey, hey, hey! The Court is now in session!

Όπως ήταν απολύτως αναμενόμενο, η δημοσίευση της επιστολής τού ΑΧ στις 18 Φεβρουαρίου που επανέφερε το ζήτημα στο προσκήνιο δεν προκάλεσε κάποια επίσημη και άμεση απάντηση από το ΚΚΕ. Υπήρξε όμως μία έμμεση, μέσα από ένα μεγάλο άρθρο τού Δημήτρη Γόντικα (ΔΓ) που δημοσιεύτηκε στον «Ριζοσπάστη» στις 29 Φεβρουαρίου. Το άρθρο, με πρόσχημα τη συμπλήρωση 100 χρόνων από την ίδρυση του ΚΚΕ (που θα γίνει όμως σε …έξι χρόνια!), ήταν ένα τυπικό δείγμα ‘‘κομματικοπατριωτικού’’ λόγου και εστίαζε στην ανώτερη ηθική στάση που σηματοδοτεί η αταλάντευτη και συνεπής στράτευση με το κομμουνιστικό κόμμα και η πίστη στις αξίες τού κομμουνισμού με παράλληλες αναφορές σε όσους, εξ αιτίας των δυσκολιών τού ταξικού αγώνα, εγκατέλειψαν το ΚΚΕ, από τους οποίους «αρκετοί πέρασαν απέναντι και πολέμησαν το Κόμμα ή το πολεμούν από αντίπαλες θέσεις ή από εχθρικές προς το Κόμμα ιδέες και αρχές και ιδιαίτερα όσοι διώχθηκαν από το Κόμμα ύστερα από συστηματική και σκόπιμη παραβίαση του Καταστατικού, των κανόνων και αρχών λειτουργίας». Σε όλη αυτή την αφήγηση, δομημένη βεβαίως στη στερεοτυπική και στρεβλή κατά τη γνώμη μας αντίληψη της ηγετικής ομάδας του ΚΚΕ περί κόμματος-Θεού, από την οποία όμως δεν έλειπαν (να σημειωθεί αυτό) και αυτοκριτικές αναφορές στην ανάγκη για «πλούσια συζήτηση στις Κομματικές Οργανώσεις Βάσης», το όνομα του ΑΧ δεν υπήρχε πουθενά. Υπήρχε όμως η ‘‘φωτογραφία’’ του —αν και σε ‘‘κάδρο’’ όχι απολύτως σαφές: είναι από αυτούς που δεν άντεξαν και εγκατέλειψαν τον αγώνα, ή από αυτούς που, επιπλέον, πέρασαν και απέναντι, χωρίς μάλιστα να διευκρινίζεται τι ακριβώς σημαίνει αυτό το απέναντι; Σε κάθε περίπτωση, άσχετα αν τέτοιου τύπου υμνολογίες προς το κόμμα ωθούν αντικειμενικά τα μέλη του και τους οπαδούς του σε υπερασπιστικές στάσεις παρόμοιες με του σκαντζόχοιρου, εκείνο που δεν υπήρχε στο άρθρο τού ΔΓ ήταν οποιεσδήποτε αιχμές που να επαναφέρουν στο προσκήνιο το ‘‘αγαπημένο’’ μοτίβο πολλών αριστερών, αυτό τής πρακτορολογίας, και να προσανατολίζουν στη σκέψη ότι ο ΑΧ έδρασε ως εσωτερικός εχθρός τού κόμματος.

Στο διαδίκτυο όμως, που τα στόματα άνοιξαν κάπως περισσότερο, καθώς στις  σχετικές αναρτήσεις οι οποίες ανέβηκαν σε blogs προσκείμενα στο ΚΚΕ τα σχόλια πήγαν σύννεφο —σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις έπεσαν και βροχή!—, η γενική εικόνα ήταν διαφορετική. Σε αντίθεση με τον ΔΓ, ο οποίος, αν και ‘‘σκληροπυρηνικός’’ σύμφωνα με όλες τις διηγήσεις, ήταν προσεκτικός στις διατυπώσεις του, ο ΑΧ ‘‘κρεμάστηκε στο τσιγκέλι’’. Και ήταν μια αποκαρδίωση για εμάς —προσωρινή όμως—, που συχνά-πυκνά γράφουμε πως εμπιστευόμαστε το λαό…

Στις συζητήσεις που έγιναν περίσσεψε η απαξίωση, η περιφρόνηση, η λοιδορία. Ακόμα και με αφορμή τα μακριά μαλλιά τού ΑΧ στα φοιτητικά του χρόνια, γράφτηκαν κουβέντες όπως «Αυτά παθαίνεις όταν εμπιστεύεσαι σε θέση ευθύνης έναν κοτσιδάκια...», ή «Το τίμιο παλικάρι επαλείφει μαλακτικό στην πλούσια κόμη.»!!! Ενώ άλλους τους έπιασε το αντι-οικογενειακοκρατικό τους («Ποιος είναι καλοί μου άνθρωποι ο Αλέκος; Έπρεπε να τον ξέρω;») κι άλλοι, παρά το γεγονός πως έγραψαν «Ο τρόπος λειτουργίας του ΚΚΕ είναι κάτι το οποίο με έχει απασχολήσει και στεναχωρήσει πολλές φορές προσωπικά. Και θεωρώ ότι είναι εξαιρετικά σπουδαίο θέμα.», άφησαν αιχμές για ‘‘ιδιαίτερη μεταχείρισή’’ του όσο ήταν στο κόμμα… (Άραγε, όσο ήταν στο κόμμα ο ΑΧ, ασκούσαν κριτική για την ‘‘ιδιαίτερη μεταχείρισή’’ του;)

Τι πυροδότησε όλη αυτή την ανθρωποφαγία; Το γεγονός ότι ο ΑΧ, στέλεχος της ΚΝΕ και του ΚΚΕ για πολλά χρόνια, μίλησε δημοσία και, επομένως, έδωσε τροφή στους εχθρούς τού ΚΚΕ (δημοσιεύματα σε «Έθνος» και «Νέα»), σε μια συγκυρία κατά την οποία το κόμμα δέχεται επιθέσεις (την ημέρα που ο ΑΧ δημοσίευε τις λεπτομέρειες της αποχώρησής του, ‘‘έσκαγε’’ το περιστατικό με τη Χρυσή Αυγή να προσφέρει τρόφιμα στους απεργούς τής «Ελληνικής Χαλυβουργίας» και να τους απευθύνει χαιρετισμό στην πύλη τού εργοστασίου). Αυτό θεωρήθηκε σχεδόν αψευδής απόδειξη τού ότι ο ΑΧ  λειτούργησε, ούτε λίγο ούτε πολύ, ως συνειδητός εχθρός τού κόμματος!!!

Για την πρώτη κατηγορία: Κάθε δημόσια κριτική προς το ΚΚΕ ή οποιοδήποτε αριστερό κόμμα από πρώην στελέχη αξιοποιείται από τους εχθρούς τής Αριστεράς. So what??? Αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει ποτέ να ασκήσουν κριτική δημοσία; Για πόσο; Για ένα χρόνο; Για δύο; Για πέντε; Εφ’ όρου ζωής, μήπως; Και παραπέρα: Χρειάζεται να είναι κάποιος πρώην στέλεχος για να αξιοποιηθεί ‘‘καταλλήλως’’ η κριτική του; Το ίδιο δεν θα συμβεί με την κριτική οποιουδήποτε αυτοπροσδιορίζεται ως αριστερός; Φυσικά, όσο πιο επιφανής και σημαντικός είναι αυτός ο οποιοσδήποτε, τόσο καλύτερα για τους απέναντί μας. Όμως η εκμετάλλευση της κριτικής για σκοπούς διαμετρικά αντίθετους από τους σκοπούς τών ασκούντων την κριτική είναι δεδομένη για όλους. Όλοι, επομένως, πρέπει να ‘‘το ράψουμε’’ για να μη βλάψουμε, ο καθένας στο μέτρο τού κύρους του; Σιγή ασυρμάτου από όλους γιατί μας ακούει ο εχθρός;

Για τη δεύτερη: Πότε η συγκυρία επιτρέπει να ασκηθεί κριτική προς ένα αριστερό κόμμα; Οι φίλοι τού ΚΚΕ είναι της γνώμης πως αυτό δεν μπορεί να γίνεται σε περιόδους κατά τις οποίες το κόμμα τους ‘‘βάλλεται πανταχόθεν’’, διότι, ας πούμε, σε μια τέτοια περίπτωση, είναι στραβό το κλήμα το τρώει κι ο γάιδαρος. Εντάξει, κατανοητό και όχι παράλογο. Μήπως όμως δεν καταλήγουμε πρακτικά στο ίδιο βλαπτικό αποτέλεσμα κι όταν οι καιροί είναι ούριοι, οπότε η κριτική έρχεται να κόψει τον αέρα στα πανιά τού κόμματος και να το αφήσει να κάνει ηλιοθεραπεία στη μέση τού πελάγους; Νομίζουμε πως ναι. Κι ακόμα: σταματάει ποτέ η καθεστηκυία τάξη να υπονομεύει ένα κομμουνιστικό κόμμα; Όχι βέβαια!  Άρα, εκ των πραγμάτων, η μόνη ορθή απάντηση στο αρχικό ερώτημα είναι: ουδέποτε ! Ακόμα κι αν υπάρχει διαβάθμιση στην ακαταλληλότητα κάθε στιγμής, σε τελική ανάλυση, ουδέποτε είναι η κατάλληλη στιγμή να ασκήσει κάποιος κριτική προς το ΚΚΕ!

Για την τρίτη: Η είδηση για την επίσκεψη της Χρυσής Αυγής στην «Ελληνική Χαλυβουργία» δημοσιεύτηκε στο site της το απόγευμα της Παρασκευής, 17 Φεβρουαρίου. Ο ΑΧ δημοσίευσε την επιστολή του στο blog του την επόμενη ημέρα (η ώρα δεν φαίνεται). Γιατί είναι θεωρείται δεδομένο πως όταν ο ΑΧ ανέβαζε την ανάρτηση ήξερε το περιστατικό με τους χρυσαυγίτες;;; Εμείς, π.χ., το μάθαμε δύο ημέρες μετά (το δε δημοσίευμα του ΑΧ, μετά από μία ολόκληρη εβδομάδα!). Γιατί λοιπόν είναι υποχρεωτικό για τον ΑΧ να το ήξερε;;; Ε δεν είναι, γαμώ τον Λένιν μας, δεν είναι! Ή μάλλον, θα το πούμε αλλιώς, σερβίροντας ένα πικρό ποτήρι στους φίλους τού ΚΚΕ. Μπας και καταλάβουν ότι, επί τέλους, κάποια στιγμή, για να βρούμε την άκρη μεταξύ μας, πρέπει να εγκαταλείψουμε τον κανόνα των δύο μέτρων και των δύο σταθμών.

Ορίστε το ποτήρι που πρέπει να πιουν, όσο κι αν θα τους πικρίσει (ας κλείσουν το πολύ-πολύ τη μύτη τους!):

Λοιπόν, είναι ‘‘υποχρεωτικό’’ ο ΑΧ να ήξερε το περιστατικό με τους χρυσαυγίτες, όσο ‘‘υποχρεωτικό’’ είναι την επίσκεψη των ‘‘παλικαριών’’ στην «Ελληνική Χαλυβουργία» να την είχε μεθοδεύσει το ΚΚΕ!!!

Σας άρεσε, παίδες; Με τις υγείες σας!!! ;-)

Εξαιρέσεις

Από αυτή την άθλια εικόνα που περιγράψαμε συνοπτικά (παρά το ότι αποφασίσαμε να μη βάλουμε κανένα link, δεν αντέχουμε να μη δώσουμε αυτό), υπήρξαν ευτυχώς και εξαιρέσεις, στις οποίες αξίζει να αφιερώσουμε ξεχωριστό υποκεφάλαιο. Λίγες βέβαια εξαιρέσεις, αλλά προς τι η απορία; Πάντα λίγοι δεν ξεχωρίζουν; Ήταν εξαιρέσεις, που άλλες εκδηλώθηκαν δια της σιωπής από τακτικούς σχολιαστές σε Κουκουέδικα blogs, κι άλλες μέσα από κριτικό προς τον ΑΧ λόγο μεν, πλην όμως νηφάλιο και όχι ανθρωποφαγικό. Σημειώσαμε την περίπτωση ενός παλιού αριστερού και οπαδού τού ΚΚΕ και μιας κύπριας κομμουνίστριας. Τίποτε δεν αποκλείει όμως, να μας διέφυγαν και άλλες, παρόμοιες φωτεινές εξαιρέσεις από οπαδούς τού ΚΚΕ, γι’ αυτό και τους ζητούμε συγγνώμη προκαταβολικά.

Τελικά, ποιος δίκασε ποιον και ποια είναι η απόφαση;

Όλοι δίκασαν όλους!

Ο ΑΧ δίκασε το ΚΚΕ και το έβγαλε υποχείριο κάποιων λαθρεπιβατών. Συμμεριζόμαστε το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος τής κριτικής του, διαφωνούμε κατηγορηματικά με την ετυμηγορία του: η συνωμοσιολογία δεν εξηγεί τις αιτίες, τις συσκοτίζει.

Το ΚΚΕ, δια χειρός ΔΓ, δίκασε τον ΑΧ και τον έβγαλε μη ανθεκτικό στις δυσκολίες τού ταξικού αγώνα —τουλάχιστον. Διαφωνούμε κατηγορηματικά: η αντοχή που απαιτείται για μία τέτοια απόφαση όπως αυτή που πήρε ο ΑΧ είναι εξ ίσου μεγάλη με αυτή που απαιτούν οι δυσκολίες τού ταξικού αγώνα —από τον οποίο εξ άλλου ο ΑΧ δεν δήλωσε παραίτηση.

Η βάση τού ΚΚΕ δίκασε κι αυτή τον ΑΧ και τον έβγαλε εχθρό τού κόμματος —σχεδόν. Και πάλι η διαφωνία μας είναι κατηγορηματική. Το γεγονός ότι όλοι οι εχθροί τού ΚΚΕ του ασκούν κριτική δεν συνεπάγεται και το αντίστροφο. Διαφορετικά, τα ΜΑΤ δεν είναι ΜΑΤ. Είναι …μπουζούκια, για να θυμηθούμε και τη γνωστή λογική πλάνη περί οργάνων…

Κι εμείς;

Εμείς, ανεξάρτητα από το αν ο λόγος είναι για το ΚΚΕ ή οποιοδήποτε άλλο αριστερό κόμμα ή οργάνωση, ανεξάρτητα από το αν λειτουργεί με βάση την αρχή τού δημοκρατικού συγκεντρωτισμού ή όχι:

Δικάζουμε και καταδικάζουμε τη δαιμονοποίηση των διαφωνούντων.

Δικάζουμε και καταδικάζουμε την πρακτορολογία.

Δικάζουμε και καταδικάζουμε τη μη αναγνώριση του δικαιώματος στο λάθος.

Δικάζουμε και καταδικάζουμε τις δίκες προθέσεων.

Δικάζουμε και καταδικάζουμε τη δυσανεξία ακόμα και στη σφοδρότερη κριτική.

Δικάζουμε και καταδικάζουμε την απόκρυψη των διαφωνιών.

Δικάζουμε και καταδικάζουμε την αποθάρρυνση τής ανοιχτής και ανεμπόδιστης συζήτησης μέσα στο κόμμα για οποιοδήποτε ζήτημα.

Δικάζουμε και καταδικάζουμε τη θεοποίηση του κόμματος και όλων εκείνων που το αποτελούν, είτε είναι στη βάση, είτε βρίσκονται στην ηγεσία.

Μάρτυράς μας ο Λένιν!


ΥΓ Οι εχθροί τού ΚΚΕ ας μη πανηγυρίζουν: Για τίποτε από όλα όσα καταμαρτυρούμε στο ΚΚΕ δεν είναι αθώοι. Και οι διαφωνούντες με το ΚΚΕ αριστεροί ας μη χαίρονται: Όλα όσα γράψαμε για το ΚΚΕ τούς αφορούν, άλλα λίγο, άλλα πολύ, κι άλλα εντελώς τελείως!   Μπορεί το ΚΚΕ να κάνει ‘‘πρωταθλητισμό’’, όμως δεν είναι το μόνο που καλλιεργεί όλα αυτά τα ‘‘ευγενή αθλήματα’’ για τα οποία κουβεντιάσαμε…