Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017

Ήταν ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης λενινιστής;




Έστειλα πριν από λίγο σε έναν τόπο όπου βασιλεύει η ημιπαραφροσύνη και κυματίζει η σημαία τής αναρχίας μαζί με αυτή τού μαρξισμού(!) ένα ποίημα του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη αντί για σχόλιο. Δεν θα δει το φως τής οθόνης. Βλέπετε, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης είναι ισχυρότερο από την τρέλα, ιδίως όταν αυτή δεν έχει ολοκληρώσει την καταστροφική πορεία της και η ώρα τού εγκλεισμού δεν έχει έρθει ακόμα.
Και μετά σκέφτηκα: Γιατί να πάει χαμένο ένα τόσο ωραίο ποίημα, που κάτι μπορεί να πει τουλάχιστον σε εκείνους από τους αριστερούς ηγέτες μας που στο άδειο τους κεφάλι –άδειο πλην τίγκα στα τσιτάτα τού Μαρξ, του Λένιν, ή του Τρότσκι– έχουν απομείνει κάποια υπολείμματα  φαιάς ουσίας; Ποιος μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο να ερεθίσει ευεργετικά τα λίγα εγκεφαλικά τους κύτταρα που είναι ακόμα ζωντανά και δεν έχουν απονεκρωθεί;
Έτσι, αλλάζοντας εντελώς τελείως τη στόχευση που είχα κλειδώσει στον υπολογιστή μου όταν το έστελνα εκεί που σας είπα, το βάζω εδώ στη θέση τής πρώτης σελίδας. Με τη νέα αναφορά συντεταγμένων στόχου κρυπτογραφημένη στον τίτλο...  

ЖΟЖΟЖΟЖΟЖ

Ο βράχος και το κύμα

«Μέριασε, βράχε, να διαβώ», το κύμ’ ανδρειωμένο
λέγει στην πέτρα του γιαλού θολό, μελανιασμένο.
«Μέριασε! Μες στα στήθη μου, που ’σαν νεκρά και κρύα,
μαύρος βοριάς εφώλιασε και μαύρη τρικυμία.
Αφρούς δεν έχω γι’ άρματα, κούφια βοή γι’ αντάρα,
έχω ποτάμι αίματα, μ’ εθέριεψε η κατάρα
του κόσμου που βαρέθηκε, του κόσμου που ’πε τώρα,
βράχε, θα πέσεις, έφτασεν η φοβερή σου ώρα.
Όταν ερχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο,
και σγλειφα και σπλενα τα πόδια δουλωμένο,
περήφανα μ’ εκοίταζες κι εφώναζες του κόσμου
να ιδεί την καταφρόνεση που πάθαινε ο αφρός μου.
Κι αντίς εγώ κρυφά κρυφά, εκεί που σ’ εφιλούσα,
μέρα και νύχτα σ’ έσκαφτα, τη σάρκα σου εδαγκούσα,
και την πληγή που σ’ άνοιγα, το λάκκο που ’θε’ κάμω,
με φύκη τον επλάκωνα, τον έκρυβα στον άμμο.
Σκύψε να ιδείς τη ρίζα σου στης θάλασσας τα βύθη·
τα θέμελά σου τα ’φαγα, σ’ έκαμα κουφολίθι.
Μέριασε, βράχε, να διαβώ! Του δούλου το ποδάρι
θα σε πατήσει στο λαιμό… Εξύπνησα λιοντάρι!…»

Ο βράχος εκοιμότουνε. Στην καταχνιά κρυμμένος,
αναίσθητος σου φαίνεται, νεκρός σαβανωμένος.
Του φώτιζαν το μέτωπο, σχισμένο από ρυτίδες,
του φεγγαριού, που ’ταν χλωμό, μισόσβηστες αχτίδες.
Ολόγυρά του ονείρατα, κατάρες ανεμίζουν,
και στον ανεμοστρόβιλο φαντάσματ’ αρμενίζουν,
καθώς ανεμοδέρνουνε και φτεροθορυβούνε
τη δυσωδία του νεκρού τα όρνια αν μυριστούνε.

Το μούγκρισμα του κύματος, την άσπλαχνη φοβέρα
χίλιες φορές την άκουσεν ο βράχος στον αιθέρα
ν’ αντιβοά τρομαχτικά, χωρίς καν να ξυπνήσει
και σήμερ’ ανατρίχιασε, λες θα λιγοψυχήσει.

«Κύμα, τί θέλεις από με και τί με φοβερίζεις;
Ποιός είσαι συ κι ετόλμησες, αντί να με δροσίζεις,
αντί με το τραγούδι σου τον ύπνο μου να ευφραίνεις
και με τα κρύα σου νερά τη φτέρνα μου να πλένεις,
εμπρός μου στέκεις φοβερό, μ’ αφρούς στεφανωμένο;…
Όποιος κι αν είσαι, μάθε το: εύκολα δεν πεθαίνω».

«Βράχε, με λεν Εκδίκηση. Μ’ επότισεν ο χρόνος
χολή και καταφρόνεση. Μ’ ανάθρεψεν ο πόνος.
Ήμουνα δάκρυ μια φορά, και τώρα, κοίταξέ με,
έγινα θάλασσα πλατιά. Πέσε, προσκύνησέ με.
Εδώ, μέσα στα σπλάχνα μου, βλέπεις δεν έχω φύκη,
σέρνω ένα σύγνεφο ψυχές, ερμιά και καταδίκη.
Ξύπνησε τώρα, σε ζητούν του Άδη μου τ’ αχνάρια…
Μ’ έκαμες ξυλοκρέβατο… Με φόρτωσες κουφάρια…
Σε ξένους μ’ έριξες γιαλούς… Το ψυχομάχημά μου
το περιγέλασαν πολλοί, και τα παθήματά μου
τα φαρμακέψανε κρυφά με την ελεημοσύνη…
Μέριασε, βράχε, να διαβώ, επέρασε η γαλήνη·
καταποτήρας είμ’ εγώ, ο άσπονδος εχθρός σου,
γίγαντας στέκω εμπρός σου!»

Ο βράχος εβουβάθηκε. Το κύμα στην ορμή του
εκαταπόντισε μεμιάς το κούφιο το κορμί του.
Χάνεται μες στην άβυσσο, τρίβεται, σβηέται, λιώνει
σα να ’ταν από χιόνι.
Επάνωθέ του εβόγκηξε, για λίγο αγριωμένη,
η θάλασσα κι εκλείστηκε. Τώρα δεν απομένει
στον τόπο που ’ταν το στοιχειό κανείς παρά το κύμα
που παίζει γαλανόλευκο επάνω από το μνήμα.


Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2017

«Η ύπαρξη ενός έθνους είναι ένα καθημερινό δημοψήφισμα»



Αν κρίνουμε από την αντίδραση του Γιάννη Αντετοκούνμπο, ο οποίος, από σεβασμό προς την ελληνική σημαία, αρνήθηκε να υπογράψει αυτόγραφο σε αυτήν, η ψήφος τού ωραίου σαν μαύρου Έλληνα Γιάννη πρέπει να ήταν δαγκωτή υπέρ της ύπαρξης του ελληνικού έθνους...